Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για Gerechtigkeit

Είναι η νομική επιστήμη, επιστήμη;




Η κλασσική απάντηση του δικηγόρου είναι:
Εξαρτάται. Παρακάτω θα επιχειρηθεί να καταδειχτεί από τι ακριβώς εξαρτάται. Δεν θα απαντήσουμε δηλαδή με ένα ναι ή όχι, αλλά σκοπός είναι δώσει στον αναγνώστη τα υλικά εκείνα που θα του επιτρέψουν να σχηματίσει μόνος του άποψη επί του θέματος.

Καταρχάς το αν η νομική επιστήμη είναι επιστήμη,  καθορίζεται κατεξοχήν από τον ορισμό της έννοιας «επιστήμη». Οι απαρχές της σύγχρονης κατανόησης της έννοιας «επιστήμη» αναζητούνται στην αρχαιότητα και μάλιστα στη κλασσική περίοδο της ελληνικής Φιλοσοφίας. Συνεπώς πρέπει να ξεκινήσει η έρευνα μας από εκεί. 


I. Η επιστήμη στην αρχαιότητα

1. Δόξα (άποψη) και γνώση (επιστήμη)
Στους πλατωνικούς διαλόγους αναφέρεται η γνώση ως η δίκαιη, πραγματική πεποίθηση ή τεκμηριωμένη άποψη.
Στην αρχαία φιλοσοφία διέκριναν μεταξύ της δόξας (άποψης) και επιστήμης (γνώσης). 
Έτσι, γνώση, κατά την έννοια της προσωπικής πεποίθησης, δεν αποτελούσε η άποψη , αν η τελευταία δεν επαληθευόταν, δεν τεκμηριωνόταν με τη λογική. Ενώ πραγματική γνώση υπήρχε αν ο ισχυρισμός τεκμηριωνόταν με τη λογική: Όποιος έλεγε την αλήθεια μόνο κατά σύμπτωση, δεν κατείχε πραγματική γνώση. 
Από τα παραπάνω προκύπτει ο διαχωρισμός: Απόψεις πάσης φύσεως, όπως και η πίστη καθαυτή, δεν αποτελεί γνώση. Γνώση πρέπει να είναι α) αληθινή και β) να τεκμηριώνεται ορθολογικά.
Εφαρμόζοντας το παραπάνω αξίωμα στη νομική (θα δούμε παρακάτω τι είναι), προκύπτει ήδη ο πρώτος διαχωρισμός: Ηθικές και νομικές αποφάσεις δεν μπορούν να είναι «αληθινές». Μιλάμε πάντα για δίκαιες αποφάσεις, όχι όμως για «αληθινές» ή «ψευδείς» δικαστικές αποφάσεις.



2. Η αρχαία ταξινόμηση της επιστήμης: Φυσική – Ηθική – Λογική 

Η αρχαία φιλοσοφία ταξινομεί το πεδίο της επιστήμης σε τρία επιμέρους πεδία: στη Φυσική, την Ηθική και τη Λογική .

Η Φυσική ασχολείται με την παρατήρηση και επεξήγηση των φυσικών φαινομένων. Η Ηθική με το «αγαθό» και το «κακό» και δη σε σχέση με την πόλις, δηλαδή την κοινωνία. Η Λογική πραγματεύεται τους κανόνες της ορθής σκέψης. 
Με άλλα λόγια: Η φυσική ασχολείται με τα «υπάρχοντα» φυσικά φαινόμενα , με το «είναι». Κάτι που προφανώς δεν συμβαίνει στο πεδίο της Ηθικής: Η Ηθική δεν δίνει απάντηση στο «πώς» συμπεριφέρονται πραγματικά οι άνθρωποι,  αλλά όπως θα «έπρεπε» να συμπεριφέρονται. Το αυτό ισχύει και για τη λογική: Δεν χαρακτηρίζει τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων, αλλά το πώς θα έπρεπε να σκέπτονται. 
Από το παραπάνω τριαδικό σύστημα προκύπτει το εξής τρίπολο: 
ΕΙΝΑΙ – ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ – ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ

Η Ηθική και η Λογική είναι επιστήμες που πραγματεύονται το «πώς θα έπρεπε να είναι» κάτι, ενώ η Φυσική ασχολείται με το «είναι», με άλλα λόγια, η Ηθική και η Λογική είναι κανονιστικές επιστήμες, ενώ η Φυσική είναι «θετική» επιστήμη, δηλαδή επιστήμη που περιγράφει.   
Αν θέλαμε να ταξινομούσαμε την Νομική στο παραπάνω σχήμα , τότε θα έπρεπε να την καταχωρήσουμε αναγκαστικά στην Ηθική: Η Νομική είναι υποπερίπτωση της εφαρμοζόμενης Ηθικής , που πραγματεύεται την προσωπική ηθική, το γενικά ισχύον αγαθό στην πολιτική και την οικονομία. 


3. Θεωρία – Πράξη - Ποίηση
Πέραν της παραπάνω τριχοτόμησης των επιστημών , η αρχαία φιλοσοφία γνωρίζει και μια άλλη διάκριση πάνω στον γνωστικό ορίζοντα: Χρησιμοποιήθηκε από τον Αριστοτέλη και έχει τη σημασία της, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι γενικές σπουδές από τον Μεσαίωνα ως τη νεότερη εποχή , είχαν τα γραπτά του Αριστοτέλη ως μπούσουλα στα βασικά μαθήματα τους. 


Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη,  υπάρχουν τριών ειδών γνώσεις και διακρίνονται από το εάν υπηρετούν κάποιον εξωτερικό σκοπό ή είναι απλώς αυτοαναφορικές, δηλαδή εμπεριέχουν οι ίδιες τον σκοπό τους. Ο Αριστοτέλης χαρακτηρίζει αυτά τα τρία είδη γνώσεων ως 

ΘΕΩΡΙΑ – ΠΡΑΞΗ – ΠΟΙΗΣΗ 

Υπάρχει δηλαδή θεωρητική, πρακτική και ποιητική γνώση.
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η θεωρητική γνώση είναι η ανώτερη μορφή γνώσης, και αρμόζει στους σοφούς. Η θεωρητική γνώση λογίζεται ως η τελείως αποκομμένη από κάποιον εξωτερικό σκοπό παρατήρηση της φύσης και τους κανόνες που τη διέπουν. Είναι αποκομμένη από κάποιον εξωτερικό σκοπό/ στόχο.  Η θεωρητική γνώση εμπεριέχει τον σκοπό της (γνώση για τη γνώση) και δεν υπηρετεί τίποτε άλλο. 
Όταν ανακάλυψε πχ. ο Άινσταιν τη γενική θεωρία , δεν κυνηγούσε κάποιον σκοπό, δεν είχε πρακτική εφαρμογή η ανακάλυψή του, το έκανε απλώς για τη χαρά της γνώσης. 
Το αντίθετο ισχύει με τις πρακτικές γνώσεις (εφαρμοζόμενες) και την ποιητική γνώση, πάντα κατά τον Αριστοτέλη: 
Η ποίηση αποσκοπεί σε ένα «έργο», είτε είναι ποίημα, είτε ένα αρχιτεκτόνημα, είτε  ένας πίνακας ζωγραφικής. Ποιητική γνώση είναι τεχνική γνώση. Αποσκοπεί πάντα σε κάτι. Το υπηρετεί εξαρχής.  

Η πρακτική γνώση τέλος, κατά τον Αριστοτέλη, έχει να κάνει με τις συναλλαγές και δη με τη συναλλακτική ηθική του κάθε πολίτη. Η πρακτική γνώση είναι γνώση περί του κακού και κακού πάνω στις πράξεις μας, σε σχέση με τον συνάνθρωπό μας / σε σχέση με την Πόλις. 
Η πρακτική γνώση λοιπόν κατά τον Αριστοτέλη, δεν είναι τόσο ευγενής όπως η θεωρητική γνώση. Υπερτερεί όμως της τεχνικής/ ποιητικής γνώσης, καθότι – σε αντίθεση με αυτήν – είναι και αυτή, όπως η θεωρητική αν και σε ελάσσονα βαθμό, αυτοαναφορική.  
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι κατά τον Αριστοτέλη η νομική επιστήμη καταχωρίζεται στο παραπάνω σχήμα στην ΠΡΑΞΗ, αφού ασχολείται με τις δίκαιες πράξεις/  συναλλαγές/ σχέσεις του ανθρώπου σε σχέση με την κοινωνία. 



4. Αρχές

Όλη η γνώση βασίζεται στην εμπειρία κατά τον Αριστοτέλη. Εμπειρία είναι όμως η γνώση του καθενός ατομικά, και έτσι αποτελεί απλώς το πρώτο σκαλοπάτι της πραγματικής γνώσης. Ο έμπειρος γνωρίζει απλώς το «πώς», όχι όμως το «γιατί» . Ο σοφός γνωρίζει τόσο τις αιτίες όσο και τις αρχές πάνω στα οποία βασίζεται η εμπειρία. 
Γνώρισμα της γνώσης , σε αντίθεση με την εμπειρία, είναι η ικανότητα να διδάσκεις τη γνώση. Η διδαχή της γνώσης προϋποθέτει τη γνώση των αιτιών και των αρχών της. Με άλλα λόγια: Η απλή συσσώρευση δεδομένων δεν αποτελεί ακόμα γνώση. (Στον κόσμο της πληροφόρησης του σήμερα, πόσοι είναι γνωστικοί και πόσοι απλώς ενημερωμένοι;) 
Εφαρμοζόμενα στην επιστήμη: Η επιστήμη προϋποθέτει τη γνώση των αιτιών και την αναγωγή των στα αξιώματα που τη διέπουν. Δεν αρκεί η γνώση του «πώς» (εμπειρία), απαιτείται επιπλέον και η γνώση των βασικότερων νόμων/αιτιών δηλαδή του «γιατί». 

5. Επιστήμη και φρόνηση , Αναγκαιότητα και Ενδεχομενικότητα  
Συνέπεια του επιστημονικού ορισμού είναι και ο διαχωρισμός μεταξύ δυο θεματικών πεδίων της γνώσης , κατά τον Αριστοτέλη: Το ορθολογικό τμήμα του πνεύματος διαχωρίζεται σε δυο επιμέρους τμήματα που αποσκοπούν σε δυο διαφορετικές κατευθύνσεις:
Το πραγματικό του ενός αντικειμένου ενασχόλησης, χαρακτηρίζεται από αναγκαιότητα, είναι έτσι όπως είναι, και δεν επιδέχεται αλλαγές. Και επειδή δεν αλλάζουν «αυτά που είναι»,  είναι αιώνια (αναγκαιότητα).  
Το πραγματικό του άλλου αντικειμένου μπορεί να τύχει αλλαγών, δηλαδή στο πεδίο αυτό οι συμπεριφορικοί κανόνες ενδέχεται να είναι έτσι ή αλλιώς (ενδεχομενικότητα) .
Στην εποχή του ρασιοναλισμού γίνεται ήδη διαχωρισμός σε αλήθειες συμπεριφοράς και αλήθειες γεγονότων. 

Από τα παραπάνω συνάγεται το αριστοτελικό συμπέρασμα ότι επιστήμη είναι μόνο αυτό που ασχολείται με το «αναγκαίο» δηλαδή αιώνιο, σταθερό, αμετάβλητο. Επειδή οι συμπεριφορές δεν είναι κατά κανόνα αναγκαίες, αιώνιες, αμετάβλητες, δηλαδή επειδή οι συμπεριφορές ως εφαρμοζόμενη ηθική μεταβάλλονται ανά τις εποχές, για αυτό χαρακτηρίζονται από ενδεχομενικότητα. 
Έτσι η Ηθική και μαζί της το «Δίκαιο» ως θυγατρική της παράμετρο, εκφεύγουν του ορισμού της επιστήμης κατά τον Φιλόσοφο.
Αντικείμενο της συμπεριφορικής επιστήμης είναι η φρόνηση (εξυπνάδα). Διότι τη φρόνηση τη χρειαζόμαστε στη σκέψη. Κανείς όμως δεν σκέπτεται για κάτι που δεν μπορεί να αλλάξει και είναι δεδομένο. 
Και σήμερα ακόμα, διδάσκεται στα Πανεπιστήμια η iu-risprudencia , που σημαίνει στα λατινικά «νομική φρόνηση», κάτι που δεν έχει σχέση κατά τον Αριστοτέλη (η φρόνηση) με την επιστήμη. 
Συμπερασματικά λοιπόν, κατά τον Αριστοτέλη επιστήμη είναι μόνο εκείνος ο τομέας της γνώσης που ασχολείται με το αιώνιο, το αμετάβλητο, το αναγκαίο. Και τι άλλο εκτός από τους νόμους της φύσης, τα μαθηματικά  και τη λογική θα μπορούσε να είναι αυτή η ενασχόληση; Κατά τον Αριστοτέλη, μόνο τα παραπάνω πεδία θα λάμβαναν τον τίτλο της επιστήμης. 


II. Η ΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Αντικείμενο
Αντικείμενο της νομικής «επιστήμης» είναι το δίκαιο. 
Νομική είναι η διδασκαλία του δικαίου. 
Οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν εφεύρει ακόμα τη νομική επιστήμη, τη jurisprudence. 
Αυτό το κάναν μετέπειτα οι αρχαίοι Ρωμαίοι. Αρμόδιοι δικαιοδοσίας, δηλαδή αρμόδιοι να εκδίδουν δικαστικές αποφάσεις ήταν οι Πραίτορες, αιρετοί αξιωματούχοι, που ήταν κατά βάσιν ερασιτέχνες νομικοί. Η απονομή δικαίου δεν αποτελούσε δηλαδή το κύριο αντικείμενο ενασχόλησής τους. Κατά την ανάληψη των αρμοδιοτήτων τους διακύρρηταν υπό ποιες προϋποθέσεις θα δέχονταν, δηλαδή θα γίνονται κατά τον χρόνο διακυβέρνησής τους, δεκτές οι αγωγές. Εδώ εδράζεται η απαρχή των «νομικών βάσεων» που χρησιμοποιούμαι ως και σήμερα. 
Μέχρι το 250 μΧ. είχαν συλλεγεί από τους νομομαθείς αποφάσεις, εδίκτα και σχολιασμοί σε τόμους, που αποτέλεσαν εν συνεχεία εγχειρίδια διδασκαλίας. Και σήμερα ακόμα , ο πυρήνας ενασχόλησης με το δίκαιο είναι ίδιος με αυτόν των Gaius, Ulpian, Paulus: Η Νομική είναι μέχρι και σήμερα δικαϊκός δογματισμός.  Η νομική είναι κατά βάση εφαρμοζόμενη «επιστήμη» : Καταστρώνει προτάσεις πώς θα πρέπει να κριθούν συγκεκριμένες υποθέσεις. Και στο πλαίσιο αυτό ρωτά, ποιοι νομικοί κανόνες θα εφαρμοστούν , πώς θα πρέπει αυτοί να ερμηνευτούν. 

Αν υποτεθεί τώρα ότι οι νομικοί κανόνες δεν είναι παρά κανόνες πώς θα τύχουν μεταχείρισης πραγματικά περιστατικά, τότε δεν μπορεί εξ αυτού να συναχθεί και η συνέπεια ότι οι ίδιοι κανόνες θα καθορίζουν από μόνοι τους «πότε» και «πώς» θα εφαρμοστούν στην κάθε περίπτωση. Αυτό είναι πιο πολύ έργο και αποστολή της νομικής επιστήμης ως δογματικό εργαλείο διδασκαλίας του δικαίου: Δημιουργεί κανόνες για την εφαρμογή των κανόνων. 


Θεματική της νομικής επιστήμης δεν είναι ο κανόνας καθεαυτόν, αλλά ο θετικός κανόνας, δηλαδή το θετό δίκαιο, αυτό που έχει νομοθετηθεί από κάποιον νομοθέτη: Στην αρχαία Ρώμη από τo Senat, αργότερα από τον Καίσαρα, σήμερα από τα κοινοβούλια.  
Ξαναφέρουμε λοιπόν το ερώτημα που μας απασχολεί εξαρχής:
Είναι η νομική ως δικαϊκός δογματισμός, που ασχολείται με την εφαρμογή θετικού δικαίου, επιστήμη;


III. Κριτική και στρατηγικές προσαρμογής της νομικής επιστήμης

1. «Η αναξιότητα της νομικής ως επιστήμης» (von Kirchmann)

Η πιο δημοφιλής επίθεση κατά του ισχυρισμού που θέλει τη νομική επιστήμη να συγκαταλέγεται στις επιστήμες, προήλθε από έναν Εισαγγελέα ονόματι Julius Hermann von Kirchmann το φθινόπωρο του 1847 κατά τη διάλεξη του σε ακροατήριο Νομικών στο Βερολίνο:  «Όταν η επιστήμη ενθυλακώνει στο πεδίο εφαρμογής της το τυχαίο, τότε γίνεται και η ίδια μια τυχαιότητα: Τρεις λέξεις να αλλάξει ο νομοθέτης, και αλλάζουν ολόκληρες βιβλιοθήκες»
Ο Kirchmann θέτει εδώ δυο παράγοντες ως δεδομένους: πρώτον ότι αντικείμενο της νομικής είναι το θετό δίκαιο και δεύτερον ότι κάτι το εφήμερο και τυχαίο, όπως είναι ένας κανόνας δικαίου, δεν μπορεί να είναι επιστήμη. Και αυτό γιατί κάθε κανόνας δικαίου μπορεί να έχει το δείνα ή το τάδε περιεχόμενο, να μεταβάλλεται, να καταργείται, να τροποποιείται. Είναι με άλλα λόγια τυχαίο. Από εδώ βλέπουμε ότι, αν κάτι τυχαίο δεν μπορεί να είναι επιστήμη , τότε το αντίθετό του, δηλαδή το «αναγκαίο», το «αιώνιο», μπορεί (όπως ισχυρίστηκε ο Αριστοτέλης δηλαδή).   

2. Το φυσικό δίκαιο ως αντίλογος

Ανά τους αιώνες νομοδιδάσκαλοι και νομομαθείς προσπαθούσαν να καταρρίψουν τυχόν ενστάσεις που εδράζονταν πάνω στο εφήμερο και τυχαίο της νομικής, με το επιχείρημα ότι υπάρχει πέραν του θετού δικαίου και έναν δίκαιο που είναι αμετάβλητο, αιώνιο, αναγκαίο. Συνεπώς εφόσον η νομική ασχολείται και με το δίκαιο αυτό, που ονομάστηκε φυσικό δίκαιο, άρα συγκαταλέγεται στις επιστήμες. 
a) Η απάντηση είναι καταφατική , prima facie: Από τότε που υπάρχουν νοητικά ερεθίσματα πάνω στο τι είναι δίκαιο, γίνεται αυτομάτως διάκριση μεταξύ του κανονιστικού και φυσικού δικαίου. 

»Όχι, αν η εξουσία των Τυράννων υπερβεί τα όρια και καταστεί ανυπόφορη, αδράζει προς τον ουρανό και κατεβάζει τους αιώνιους κανόνες του που επικρέμανται άχρονοι εκεί πάνω, άφθαρτοι όπως τα αστέρια ...«
Schiller, Wilhelm Tell
Στην εποχή του ρασιοναλισμού και του διαφωτισμού, το φυσικό δίκαιο άνθισε κυριολεκτικά. Η εποχή του ρασιοναλισμού χαρακτηρίζεται από την αναζήτηση της βεβαιότητας: Η ιδανική μέθοδος του είναι η γεωμετρία. Θεωρήθηκε μάλιστα ότι η γεωμετρική μέθοδος θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στο δίκαιο του Λόγου. Όπως δηλαδή στη Γεωμετρία μπορούν να εξαχθούν από τα «σωστά» αξιώματα λογικά συμπεράσματα, έτσι θα μπορούσε ο άνθρωπος με τη σωστή σκέψη να δημιουργήσει «σωστά» νομικά αξιώματα, τέτοια δηλαδή που είναι καθολικά, αιώνια, αμετάβλητα, αναγκαία. Σήμερα γνωρίζουμε ότι η αξίωση καθολικότητας των νομικών αρχών καταρρίφθηκε από τα ιστορικά δεδομένα του 19ου αιώνα: Ο αιώνας αυτός ήταν ο αιώνας των μεγάλων κωδικοποιήσεων και του θετικού δικαίου όλα τα καθολικά αξιώματα 

b) Ίσως όμως παρά ταύτα, να υπάρχει κάτι στο δίκαιο που να είναι πραγματικά αιώνιο και αναγκαίο; 
Απάντηση δίνει ο Καντ στο «Εισαγωγή στη νομοδιδασκαλία». 
Στο έργο αυτό θέτει ως δεδομένο ότι πολλοί άνθρωποι πρέπει να συμβιώσουν σε έναν πεπερασμένο χώρο. Και δίκαιο ονομάζει ο Καντ εκείνη την κατάσταση , στην οποία η ελευθερία του ενός ανθρώπου συνάδει, συμφιλιώνεται με την ελευθερία του άλλου ανθρώπου. Έτσι προκύπτει μια αναγκαιότητα στο να υπάρξουν κανόνες που να επιτρέπουν αυτήν την κατάσταση, που να την κάνουν πραγματική. Το νομικό σύστημα  του Καντ θέτει απαραίτητους κανόνες αυτής της συμβίωσης: Πρώτον η Αρχή της ίσης ελευθερίας όλων. Περαιτέρω, απαραίτητοι και αναγκαίοι είναι θεσμοί Κανόνας δικαίου, Πρόσωπο, Πράγμα, Νομή, Κυριότητα, Υπαιτιότητα και Σύμβαση.
Κατά τον Καντ, επιστήμη στο υπάρχον πλαίσιο μπορεί να είναι μόνο αυτή που μας δίνει απαντήσεις τι είναι καταρχήν το δίκαιο και τι το άδικο και τι διακρίνει τα δυο. Το τι είναι δίκαιο ανά περίπτωση, αυτό, κατά τον Καντ, δεν είναι θεματική κάποιας επιστήμης, αλλά αντικείμενο εξέτασης των δικαστηρίων, που θα εφαρμόσουν το θετικό δίκαιο. 
Γίνεται λοιπόν ένας διαχωρισμός μεταξύ της Νομοδιδασκαλίας (τι είναι δίκαιο και τι άδικο) και της Jurisprudenz, που θα κληθεί να εξηγήσει πάνω στη βάση του θετικού δικαίου τι εστί δίκαιο πάνω στη συγκεκριμένη περίπτωση. Κατά τον Καντ, η Jurisprudenz δεν είναι επιστήμη, γιατί απλώς εφαρμόζει κανόνες δικαίου πάνω σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Το σκέλος αυτός της εφαρμογής του δικαίου από τα δικαστήρια, ο Καντ – όπως και ο Αριστοτέλης – το συγκαταλέγει στη νομική «φρόνηση» δηλαδή όχι στις επιστήμες. Μόνο το πρώτο σκέλος, (τι εστί δίκαιο), ως νομική φιλοσοφία, θα μπορούσε να θεωρηθεί επιστήμη κατά τον Καντ. 

3. Νομική ως Λογική;

Μέχρι τον 21ο αιώνα οι νομικοί κόμπαζαν ότι η νομική επιστήμη είναι επιστήμη διότι η επαγωγή ενός πραγματικού ιστορικού κάτω από έναν κανόνα δικαίου είναι ένας παραγωγικός συλλογισμός (Deduktion) και για αυτό, τι θα μπορούσε να είναι πιο επιστημονικό από τη χρήση της ίδιας της Λογικής; 
Δυστυχώς για αυτούς, ο επαγωγικός συλλογισμός (πραγματικό κάτω από τον κανόνα δικαίου) δεν είναι καθαρά λογικός συλλογισμός:  
Το αν μια μπότα είναι επικίνδυνο εργαλείο κατά το άρθρο 309 ΠΚ, το αν η δωρεά σε ανήλικο είναι αμιγώς επωφελής για αυτό , δεν εξηγείται , δεν έχει σχέση με κανόνες της λογικής. 

4. Νομική ως κοινωνική επιστήμη;

Τη δεκαετία του 70, επιχειρήθηκα να ταξινομηθεί η νομική ως κοινωνική επιστήμη , για να λάβει ένα κομμάτι από την επιστημονικότατα της τελευταίας: Η ιστορία του δικαίου, η κοινωνιολογία του δικαίου , το συγκριτικό δίκαιο , είναι όλα επιστήμες του «είναι». Περιγράφουν, παρατηρούν, επεξηγούν μια κατάσταση του είναι. Αλλά δεν μας λένε τίποτε για την κατάσταση που «θα έπρεπε να είναι». 
Οι νομικοί μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις γνώσεις τους για να πιθανολογήσουν πώς θα κρίνει ένα ζήτημα το ανώτατο δικαστήριο. Αλλά ο σκοπός της νομικής επιστήμης ως νομικός δογματισμός δεν είναι να λέει πώς «θα» αποφασίσει το δικαστήριο, αλλά το «πώς πρέπει» να αποφασίσει  το δικαστήριο. Αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι η κοινωνιολογία της νομικής είναι άνευ ενδιαφέροντος: Είναι πάντα κρίσιμο να γνωρίζει ο επιστήμονας την κοινωνική θέση και ιστορία του εκάστοτε δικαστή και το πώς επηρεάζουν οι κοινωνικές του καταβολές τη δικανική του κρίση. 
Όμως υπενθυμίζουμε ότι η νομική είναι ένας κλάδος της Ηθικής που εξετάζει «το πώς πρέπει να είναι» (μια απόφαση). Όχι την ίδια την απόφαση και τους (κοινωνιολογικούς) λόγους που την γέννησαν. 


IV. Θετικές επστήμες – θεωρητικές επιστήμες 
Η παραπάνω διάκριση των επιστημών προέκυψε από μια ιστορική αναγκαιότητα: Στα τέλη του 19ου αιώνα οι θετικές απαντήσεις σάρωναν κυριολεκτικά παντού και έδιναν απαντήσεις εκεί που άλλες επιστήμες είχαν μόνο ερωτήσεις. Από αυτήν την κατάσταση της συνεχόμενης απαξίωσης των μη θετικών επιστημών, δημιουργήθηκε από τους Γερμανούς  Wilhelm Dilthey und Heinrich Rickert η διάκριση μεταξύ θετικών και θεωρητικών επιστημών. 

Κατά τον Rickert ταξινομούνται αρχικά οι επιστήμες σε δυο κύριες κατηγορίες,  αν τις διαχωρίσουμε με δυο κριτήρια: του «αντικειμένου» και της «μεθόδου».

1. Αντικείμενο

- Φύση. Αντικείμενο των θετικών επιστημών είναι η Φύση, δηλαδή αυτού που δημιουργήθηκε από μόνο του, το αυτοφυές. Σε αυτή λοιπόν την κατηγορία, θα πρέπει να συγκαταλεγεί και το πνεύμα, καθώς το τελευταίο μπορεί να παρατηρηθεί, μετρηθεί από την Νευροεπιστήμη όπως κάθε φυσικό αντικείμενο παρατήρησης. 
- Πολιτισμικό . Εξ αντιδιαστολής οτιδήποτε δεν είναι αυτοφυές αλλά έχει δημιουργηθεί από τον άνθρωπο προς εξυπηρέτηση κάποιου σκοπού, θα πρέπει κατά το παραπάνω δίπολο να συγκαταλέγεται στην έννοια του «πολιτισμικού».
Υπό αυτήν την ταξινόμηση, η νομική τοποθετείται αναμφίβολα στις «πολιτισμικές» επιστήμες. Διότι αντικείμενο της είναι τοι δίκαιο και αυτό είναι ένα πολιτισμικό φαινόμενο. 



2. Μέθοδος:

Επεξήγηση - Κατανόηση

Παρατηρώντας τις δυο αυτές κατηγορίες μέσα από το φορμαλιστικό πρίσμα της Μεθόδου, , τότε καταλήγουμε αναγκαστικά να θεωρήσουμε ότι η μεθοδική προσέγγιση εφαρμόζεται μόνο στις θετικές επιστήμες: 
Από τη μια, οι θετικές επιστήμες είναι εμπειρικές επιστήμες. Μέσω της παρατήρησης αποσκοπούν στην επαγωγή νόμων, θεωριών, κανόνων δηλαδή γενικής εφαρμογής και εγκυρότητας. Τούτο δοθέντος, «νομολογούν» δια του παραγωγικού συλλογισμού ad hoc, ανά συγκεκριμένη δηλαδή περίπτωση και εξάγουν τα αποτελέσματα πειράματος. 

- Ποια είναι όμως η μέθοδος των πολιτισμικών επιστημών; Υπάρχει καταρχήν ενιαία μέθοδος που να εφαρμόζεται σε όλες αυτές τις επιστήμες; 
Οι επιστήμες αυτές εξετάζουν κοινωνικά/πολιτισμικά φαινόμενα, δηλαδή γεγονότα ή καλύτερα «πράξεις» ανθρώπων.  Πώς εξηγείς όμως πράξεις ανθρώπων; Όχι δια των φυσικών νόμων. Οι πράξεις μπορούν να εξηγηθούν μέσω των σκοπών που υπηρετούν και των κινήτρων που τις επιτάσσουν. Όταν ρωτούμε γιατί ο Χ έδραζα κατά αυτόν τον τρόπο, τότε αναζητούμε ένα κίνητρο ή ένα σκοπό της πράξης. Μόνο τότε κατανοούμε την πράξη καθεαυτήν. 
Υπό την διαχωριστική της «επεξήγησης - κατανόησης» καταλήγουμε στην εξής ταξινόμηση: Οι θετικές επιστήμες προσπαθούν να «εξηγήσουν» φυσικά φαινόμενα, πολιτιστικές επιστήμες προσπαθούν να «κατανοήσουν» πολιτιστικά φαινόμενα. 
Και η νομική δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως πολιτιστική επιστήμη που προσπαθεί να «κατανοήσει» πολιτιστικά φαινόμενα. Όχι να εξηγήσει.


3. Η αξία του δικαϊκού δογματισμού 

Όπως παραθέσαμε στην αρχή αυτού του κειμένου, επιστήμη μπορεί να είναι μόνο ό,τι είναι 1) αληθινό, και 2) ορθολογικά τεκμηριωμένο. Έτσι, ένας ψευδής ισχυρισμός δεν μπορεί να είναι ποτέ επιστημονικός. 
Όμως η ιστορία της επιστήμης, όλων των επιστημών, δεν είναι μόνο μια αέναη παράθεση αληθινών ισχυρισμών αλλά παράλληλα ή ταυτόχρονα και μια ιστορία λαθών, ανακριβειών και πλανών. Ο ορισμός της επιστήμης δεν είναι ταυτόσημος με αυτόν της αλήθειας. Για αυτόν το ανώτατο συνταγματικό δικαστήριο της Γερμανίας , προσπαθώντας να ορίσει το πεδίο προστασίας της «επιστήμης» το όρισε ως «η σοβαρή – κατά φόρμα και περιεχόμενο – συστηματική προσπάθεια αναζήτησης της αλήθειας»
Αυτό δηλαδή που κάνει την επιστήμη τέτοια, δεν είναι οι ισχυρισμοί της αφ’ εαυτοί, αλλά η σχέση τους με την αλήθεια. Επιστήμη είναι μέθοδος αναζήτησης της αλήθειας. Και το αντίθετο της επιστημονικής μεθόδου δεν είναι η πλάνη, αλλά ο αναληθής ισχυρισμός, δηλαδή ο συνειδητά λανθασμένος ισχυρισμός. 
Στην επιστήμη του δικαίου θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν αναζητεί κάποια αλήθεια, αναζητεί όμως ανά περίπτωση για την «σωστή» απόφαση. Ως μέρος της εφαρμοζόμενης ηθικής , η νομική σχετίζεται με την αξία της δικαιοσύνης. Και γνωρίζουμε ότι το γράμμα του νόμου, η νομολογία δεν συμπίπτουν εννοιολογικά πάντα με τη δικαιοσύνη. 
Όπως κατά τα παραπάνω περιγραφόμενα για την μεθοδική αναζήτησης της αλήθειας , έτσι και η νομική προβαίνει σε μεθοδική αναζήτηση της «»δίκαιης απόφασης». 


V. Επίλογος:
Καίρια σημεία λοιπόν για να μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τη νομική επιστήμη είναι αυτά της «αξιακής σχέσης» (με τη δικαιοσύνη) και η μέθοδός που χρησιμοποιεί. 

Η μέθοδος είναι ουσιαστικά ο τρόπος που ερμηνεύουμε, εφαρμόζουμε, αποφασίζουμε . Δεν είναι αυτοσκοπός, διότι το ζωντανό δίκαιο δεν βρίσκεται κρυμμένο στο γράμμα του νόμου αλλά γεννάται στη διάρκεια, στην απόδοση, στην απόφαση. Ο δικαϊκός δογματισμός είναι η πολιτισμική επιστήμη, που δεν ερευνά απλώς το αντικείμενο της, το δίκαιο, αλλά το γεννά.  
* *

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2016



"Αν την επόμενη Κυριακή ψηφίζαμε εμείς ..." 
Για πολλούς λόγους δεν υφίσταται Κυριακή των εκλογών στις ΗΠΑ : Εκεί ψηφίζουν πάντα μια Τρίτη και για να ακριβολογούμε, δεν ψηφίζουν καν τον Πρόεδρο απευθείας αλλά μονο τους εκλέκτορες. Γιατί;

Από την αρχή της νεοσυσταθείσας τότε δημοκρατίας στις ΗΠΑ υπήρχαν συζητήσεις για το ποια μέρα θα καθιερωθεί ως ημέρα των εκλογών. Στις πολιτείες οι πολίτες ασκούσαν τα εκλογικά τους δικαιώματα σε διαφορετικές μέρες, όχι μια συγκεκριμένη ημέρα, αλλά ποτέ την Κυριακή. Η Αμερική ήταν μια ευσεβής και θρησκόληπτη χώρα, κατά το μεγαλύτερο μέρος της προτεσταντική.
Συνεπώς ήταν αδιανόητο να γίνονται εκλογές την Κυριακή, ημέρα θρησκευτικής αργίας, ανάπαυσης και προσευχής.
Αποφάσισαν λοιπόν το 1845 οι αντιπρόσωποι των πολιτειών να πραγματοποιούνται οι προεδρικές εκλογές την ημέρα Τρίτη, που θα ακολουθεί την πρώτη Δευτέρα του μηνός Νοεμβρίου. 
Με αυτόν τον τρόπο θα αποφευγόταν να συμπέσουν οι προεδρικές εκλογές με την πρώτη του Νοέμβρη, μέρα των Αγίων Πάντων που είναι αργία για τους καθολικούς.

Έτσι και οι φετινές εκλογές πέφτουν ημερολογιακά στις 8 Νοεμβρίου όπου δεν ψηφίζεται ο /η Πρόεδρος αλλά καταρχάς μόνο οι εκλέκτορες των πολιτειών. Και αυτή η διαδικασία της έμμεσης εκλογής του Προέδρου έχει ιστορικές ρίζες: Μόνο όταν θα ψηφίσουν και οι εκλέκτορες έξι εβδομάδες αργότερα τον Πρόεδρο, μόνο τότε θα εκλεγεί επίσημα ο τελευταίος.
Οι ιδρυτές του αμερικανικού συντάγματος κατά τον 18ο αιώνα ήταν μεν δημοκράτες εκ πεποιθήσεως, όχι όμως αφελείς. Είχαν ενδόμυχη φοβία απέναντι στους διάφορους δημαγωγούς που εμφανίζονταν κατά καιρούς λίγο πριν τις εκλογές. Ήταν ικανοί να χειραγωγήσουν κατά το δοκούν τους ψηφοφόρους της χώρας . 
Έτσι δημιούργησαν τον θεσμό των εκλεκτόρων, που θα λειτουργούσε ως διηθητικό μέσο ανάμεσα στην επιλογή του λαού και στην τελική ανάδειξη του νέου Προέδρου.
Το γεγονός ότι ακόμα και σήμερα αυτό που μετρά στις αμερικανικές εκλογές είναι η πλειοψηφία των εκλεκτόρων κι όχι η πλειοψηφούσα επιλογή των πολιτών , αναδείχτηκε ιστορικά προσφάτως, στις εκλογές του 2000, όπου ο υποψήφιος των Δημοκρατικών Al Gore αν και συγκέντρωσε τις περισσότερες ψήφους σε όλη τη χώρα , τελικά αναδείχτηκε Πρόεδρος ο συνυποψήφιός του George W. Bush, ο οποίος είχε τελικά τις περισσότερες ψήφους απο το σωμα των εκλεκτόρων.
Έξι εβδομάδες μετά, εκλέγουν λοιπόν και οι εκλέκτορες. Η χρονική καθυστέρηση της εκλογής , εντός του Δεκεμβρίου, οφείλεται στο ότι τον 18ο αιώνα το ταξίδι με άμαξα από τα πιο απόμακρα μέρη της χώρας ως την πρωτεύουσα Washington, μπορούσε να διαρκέσει ως και έξι βδομάδες.

Περί τις 20 Ιανουαρίου του επόμενου έτους αναλαμβάνει πλέον καθήκοντα Προέδρου ο νεοεκλεγμένος. Μέχρι τότε οφείλει να συγκροτήσει ένα επιτελείο – υπουργικό συμβούλιο- μαζί με το οποίο θα κυβερνήσει τη χώρα για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. 
Η "Inauguration Ceremony" , που λαμβάνει χώρα τον Ιανουάριο είναι ένα τελετουργικό μεγάλης συμβολικής σημασίας: Ο απερχόμενος και ο νέος Πρόεδρος οδηγούνται μαζί στο Καπιτώλιο και γίνεται επιτόπου η εναλλαγή της σκυτάλης. Συμβολισμός εντιμότητας και κυρίως ειρηνικής μετάβασης της εξουσίας από τον παλιό στον νέο .
Ήδη ο πρώτος Πρόεδρος των ΗΠΑ George Washington απεχώρησε αυτοβούλως μετά από δυο εκλογικές θητείες. Ήταν βαθιά πεπεισμένος ότι μετά από οκτώ χρόνια εξουσία, η τελευταία αρχίζει αναπόφευκτα να διαφθείρει τον άνθρωπο.

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

Ο μισάνθρωπος Σόπενχάουερ








Ο μισάνθρωπος Σοπενχάουερ

O Άρθουρ Σοπενχάουερ ήταν ένας οutsider μεταξύ των φιλοσόφων. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως ένα unikat. Δεν ανήκε σε καμία γνωστή φιλοσοφική σχολή ενώ εναντιωνόταν στα τότε γνωστά ρεύματα φιλοσοφικής σκέψης. Κυρίως δεν ήταν ένας οπτιμιστής, όπως οι περισσότεροι ομότεχνοί του καιρού του, αλλά ένας βαθιά πεσιμιστής.
Τα πάντα στον κόσμο τείνουν να αποδειχτούν μια φενάκη, έγραφε, και η ζωή παρουσιάζεται ως μια απάτη,τόσο στα μεγάλα όσο και στα καθημερινά, από την στιγμή που θα σου υποσχεθεί κάτι το αναιρεί για να σου δείξει πόσο ευτελής ήταν η επιθυμία σου. Ο κόσμος μας είναι ο χειρότερα δυνατός και καλύτερα να μην υπήρχε.
Η απαισιοδοξία του Σοπενχάουερ τον κάνει στην πορεία και άθεο. Δεν μπορεί να φανταστεί να υπάρχει ένας θεός, που του προσάπτουν ιδιότητες όπως αγάπη,συμπόνοια, παντοδυναμία ,που θα μπορούσε να φτιάξει έναν τέτοιο φριχτό κόσμο. «Ένας τέτοιος Θεός δεν θα ήθελα να ήμουν, η σαθρότητα αυτού του κόσμου θα μου σπάραζε την καρδιά». Η συμπάθεια του περιοριζόταν κυρίως στα ζώα και όχι στους ανθρώπους, επέλεξε την μοναχικότητα από πεποίθηση και για λόγους αυτοπροστασίας. Για αυτόν η κοινωνία ήταν σαν μια πύρινη σφαίρα που αν είσαι σε απόσταση σε θερμαίνει και σε φωτίζει αλλά αν την πλησιάσεις πολύ σε καίει . Φυσικά και παρέμεινε μια ζωή ανύμφευτος, «ο γάμος αποσκοπεί μόνο στο να μολύνεται ο ένας από τον άλλον, να περιορίζονται τα δικαιώματα του και να διπλασιάζονται οι υποχρεώσεις σου», μόνος σύντροφος της ζωής του, ένα κουτάβι. Το σκυλάκι σου είναι πιστό ακόμη και στην φουρτούνα , ενώ ο άνθρωπος φεύγει με το πρώτο αεράκι.
Ο Σοπενχάουερ υπέφερε από τον κόσμο και τους ανθρώπους. Ακριβώς αυτός ο πόνος τον μετέτρεψε σε φιλόσοφο. Θαυμαστές του υπήρξαν διάσημοι συγγραφείς όπως Τόμας Μαν, Μάρσελ Προυστ, Φραντς Κάφκα, Λέων Τολστόι. Ο τελευταίος τον εκθειάζει ως την μεγαλύτερη ιδιοφυΐα. Ο πεσιμισμός του Σοπενχάουερ είχε τόσο φιλοσοφικές όσο και προσωπικές βάσεις. Ο πατέρας του ένας συνολικά ευκατάστατος έμπορος υπέφερε από χρόνια κατάθλιψη την οποία κληρονόμησε και ο ίδιος. Ήδη σε ηλικία των έξι ετών, υπέφερε από σύνδρομο φοβίας, μια κατάσταση που θα τον συνόδευε για το υπόλοιπο της ζωής του. Επιπρόσθετα οι γονείς τους διαπληκτίζονταν συνεχώς μεταξύ τους. Ο πατέρας του ήταν βαρύς σε αντίθεση με την κατά πολλά χρόνια νεότερη μάνα του, που ήταν κοινωνική, χαρούμενη, ανέμελη. Το δύστροπο αυτό οικογενειακό περιβάλλον θα τον ωθήσει να κάνει πολλά ταξίδια, μόνο και μόνο για να λείπει κατά μεγάλα διαστήματα από τον οικογενειακό ζυγό. Όταν πεθαίνει ο πατέρας του εγκαθίσταται με την μητέρα του στην Βαϊμάρη η οποία ανοίγει ένα δικό της βιβλιοπωλείο. Την μπουτίκ λογοτεχνίας επισκέπτονται μεταξύ άλλων ο Γκαίτε και πολλά άλλα ξακουστά ονόματα σκεπτόμενων. Εκεί θα έρθει σε επαφή και με τις Ουπανισάδες, τα ινδουιστικά ιερά κείμενα . Αργότερα θα πει ότι η μελέτη αυτών των γραφών, ήταν η μόνη παρηγοριά στην ζωή του. Αυτό που τον στιγμάτισε σε αυτές τις γραφές ήταν ότι καθρέφτιζαν τις προσωπικές του πεποιθήσεις για τη ζωή που ήταν μόνο πόνος και μαρτύριο. Στα ινδουιστικά αυτά κείμενα αυτά θα βρει όμως και ένα είδος ανακούφισης αφού ο πεσιμισμός και η δυστυχία του δεν είναι σύμφωνα με αυτά, αποτελέσματα προσωπικής αποτυχίας, αλλά συμπτώματα ενός στρεβλού κόσμου. Οι κοσμοαντιλήψεις της Άπω Ανατολής θα αποτελέσουν λίγο αργότερα έναν από τους πυλώνες της προσωπικής του φιλοσοφίας μαζί με του Πλάτωνα και του Καντ. Όταν ενηλικιώνεται κληρονομεί από τον πατέρα του την όχι ευκαταφρόνητη περιουσία του, πράγμα που του επιτρέπει να αφοσιωθεί χωρίς υλικές ανησυχίες εξ ολοκλήρου στις σπουδές του που θα ολοκληρωθούν με το διδακτορικό από το Πανεπιστήμιο της Ιένας.
Εγκαθίσταται στην Δρέσδη όπου για τα επόμενα τέσσερα χρόνια θα αφοσιωθεί εκ ολοκλήρου στην συγγραφή του κύριου επιστημονικού του έργου ‘’Die Welt als Wille und Vorstellung’’  («ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση’»). Το έργο αυτό θα αποτελέσει σταθμό της φιλοσοφικής γνωσιολογίας και ταυτόχρονα ένα μανιφέστο της άρνησης του κόσμου. Στο έργο αυτό ο Σοπενχάουερ πραγματεύεται τρία θέματα: τον κόσμο ως παράσταση, τον κόσμο ως βούληση και τον κόσμο ως τόπο  μαρτυρίου.
Στο πρώτο κεφάλαιο ο Σοπενχάουερ στηρίζεται στην φιλοσοφία του Καντ. Κατά αυτόν, ο κόσμος δεν είναι αυτός που μας φαίνεται αλλά αυτός που φανταζόμαστε μέσω των αισθήσεών μας. Για παράδειγμα αν φορούσαμε πράσινα γυαλιά ο κόσμος μας θα ήταν πράσινος, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι πράσινος. Ενώ όμως δεν έχουμε πράσινα γυαλιά εντούτοις οι αισθήσεις μας και η λογική μας δεν αποτυπώνουν ένα προς ένα τον κόσμο όπως είναι, αλλά προσθέτουν ή αφαιρούν (οι αισθήσεις μας) και κάτι από μόνα τους. Για παράδειγμα προσλαμβάνουν τον κόσμο σε χώρο και χρόνο ενώ κάτι τέτοιο συμβαίνει μόνο μέσω των αισθήσεών μας που μπορούν να το δουν μόνο κατά αυτόν τον τρόπο. Συνεπώς ο κόσμος είναι μια εικόνα, ένα αποτύπωμα, μια παράσταση. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο κόσμος δεν είναι αληθινός, είναι αληθινός αλλά είναι η δικιά μας αλήθεια.
Η πρωτοτυπία του Σοπενχάουερ αποτυπώνεται στο δεύτερο μέρος αυτούς έργου. Στο δεύτερο κεφάλαιο ρωτάει για τον λόγο, για τα αίτια της προσωπικής μας φαντασίας, τι είναι, ρωτάει, ποια είναι η αιτία που γεννάει τη φαντασία μας; Στην αναζήτηση αυτή ενδοστρέφει το βλέμμα του ‘’δες την αλήθεια μέσα σου’’, γράφει, στο μέσα σου τέμνει ο ουρανός την γη. Και αυτό διότι εμείς οι ίδιοι είμαστε με την σειρά μας μια φαντασία την οποία μπορούμε να ερευνήσουμε πιο εύκολα. Εξωτερικά είμαστε ένα σώμα και συνεπώς μέρος του κόσμου που τον αντιλαμβανόμαστε ως φαντασία ταυτόχρονα όμως μπορούμε να δούμε και τι υπάρχει μέσα μας, πίσω από το εξωτερικό περίβλημα του σώματός μας.
¨Όταν βλέπω τον εαυτό μου να καλλιεργεί τον αγρό είναι σαν να βλέπω τα σύννεφα στον ουρανό ή ένα τρένο που περνάει. Ωστόσο για τον εαυτό μου ξέρω ότι σκάβω το χώμα για να σπείρω στην συνέχεια τον σπόρο. Δηλαδή η αιτία της φαντασίας μου -να οργώσω τον αγρό-  είναι η θέλησή μου, συνεπώς στον εαυτό μου μπορώ όχι μόνο να αντιληφθώ με τις αισθήσεις μου τον εξωτερικό κόσμο , το περίβλημα, αλλά και τι κρύβεται πίσω από αυτήν φαντασία, τι κρύβεται πίσω από αυτή την παράσταση, μπορώ να διακρίνω την αιτία , το περιεχόμενο πίσω από την εικόνα. Σε σχέση με το υλικό σώμα, το περιεχόμενο είναι η θέληση. Η θέληση είναι το εσωτερικό στοιχείο του ανθρώπου , το σώμα του είναι οι κινήσεις, η εξωτερική πραγμάτωση της θέλησης. Με άλλα λόγια ο άνθρωπος είναι βούληση και παράσταση.
Την σκέψη αυτήν ο Σοπενχάουερ την επεκτείνει τώρα και σε όλα τα άλλα πράγματα του εξωτερικού κόσμου στη φύση. Όχι μόνο τα ζώα και τα φυτά αλλά και τα άψυχα όντα είναι πραγμάτωση μιας εσωτερικής θέλησης , όλος ο κόσμος είναι βούληση και παράσταση. Τη βούληση ο Σοπενχάουερ την ερμηνεύει πλατιά , αναφέρεται σε κάθε κίνηση, σε κάθε παρουσίαση- έκφανση της φύσης. Στα ζώα παρουσιάζεται αυτή η βούληση πιο ξεκάθαρα από ότι στον άνθρωπο, που είναι καλυμμένος με γνώση και η πραγματική του φύση παρουσιάζεται μόνο σπασμωδικά. Στο φυτό δε, η βούληση είναι πιο ατόφια παρουσιάζεται σαν απλή ορμή για ύπαρξη. Χωρίς λόγο και αιτία. Κατά τον Σοπενχάουερ η βούληση, που είναι η αιτία της παράστασης του κόσμου, δεν είναι αυτό που καταλαβαίνουμε σήμερα ως μια αντανάκλαση καθοδηγούμενη από λογική που στοχεύει κάπου, αλλά είναι μια υπόκωφη, ορμέμφυτη ανάγκη ύπαρξης από μόνη της. Είναι η θέληση για την θέληση, είναι η θέληση για την ζωή. Αυτή είναι η δύναμη που κινεί όλη την φύση και τον άνθρωπο με την μόνη διαφορά ότι στον άνθρωπο η βούληση έχει συνείδηση του εαυτού της και ο άνθρωπος δεν θέλει τίποτε άλλο διαφορετικό από αυτό που θέλουν τα ζώα και τα φυτά, να ζήσει και να επιζήσει.
Από αυτή την θεώρηση αλλάζει και η εικόνα που έχει ο Σοπενχάουερ για τον άνθρωπο, ο άνθρωπος δεν κινείται βάση λογικής αλλά βάση ενστίκτων η πιο βαθιά αιτία που μας χαρακτηρίζει είναι άλογη, ο άνθρωπος έχει λογική αλλά δεν είναι αυτή που κυβερνάει την βούλησή του. Η βούληση απλώς μετέρχεται της λογικής για τους σκοπούς της. Χαρακτηριστικότερη έκφανση αυτής της ορμέμφυτης δύναμης της βούλησης είναι η ορμή για συνουσία που κυριαρχεί πάνω σε όλα τα έμβια όντα . Στον άνθρωπο δεν είναι το μυαλό ή η καρδιά το κέντρο ύπαρξής του αλλά τα γεννητικά του όργανα που αποτελούν τρόπο τινά τον αντίπαλο της σκέψης. Στα γεννητικά όργανα διαφαίνεται η συγγένεια του ανθρώπου με τα λοιπά ζώα.
Η θέληση όμως είναι και η αιτία του πόνου, αυτό προκύπτει ήδη εξ ορισμού, η θέληση θέλει συνεχώς κάτι που λείπει. Η θέληση είναι η πηγή της ανικανοποίησης και δεν μπορεί ποτέ να κορεστεί αφού δεν γνωρίζει όρια. Κάθε εκπλήρωση της θέλησης γεννά μια νέα θέληση με τη σειρά της. Όμως καθώς τα όρια εκπλήρωσης είναι πεπερασμένα δημιουργείται συνεχώς ένα χάσμα μεταξύ θέλησης και εκπλήρωσης που στοιχειοθετεί τον πόνο. Ο πόνος αυτός είναι διάσπαρτος στην φύση που λειτουργεί βάση του κανόνα «ο θάνατός σου η ζωή  μου» . Ο άνθρωπος επιπλέον υποφέρει και από τους ίδιους τους ομογενούς του. Οι άγριοι τρώγονται μεταξύ τους ,οι τιθασευμένοι απιστούν μεταξύ τους , κόσμος είναι μια κόλαση όπου οι άνθρωποι είναι σε αυτήν και τυραννημένες ψυχές και δήμιοι ταυτόχρονα. Ο κόσμος είναι μια κόλαση και αιτία της δυστυχίας είναι η βούληση που υπάρχει στην ίδια την φύση,. Συνέπεια αυτής της θεώρησης είναι η καταφρόνηση της αισιοδοξίας της υπαρξιακής προσέγγισης που σταμπάρεται ως κάτι το επιπόλαιο.

Το έργο τελείωσε το 1818 ωστόσο δεν βρήκε την απήχηση που ευχόταν ο συγγραφέας του. Είκοσι πέντε χρόνια μετά ο Σοπενχάουερ θα επανεκδώσει το έργο του συμπεριλαμβάνοντας τώρα και ένα τρίτο και τελευταίο κεφάλαιο .

Εδώ ο Σοπενχάουερ προσπαθεί να δώσει απαντήσεις για το αν είναι δυνατόν να αμβλυνθεί ή να παταχθεί ο πόνος του κόσμου. Δυο δρόμοι υπάρχουν κατά τον Σοπενχάουερ σε αυτήν την προσπάθεια. Ο πρώτος είναι δια της τέχνης.

Παρατηρώντας ένα όμορφο έργο τέχνης θαμπωνόμαστε και χαιρόμαστε με την ομορφιά του και αυτό το αίσθημα δεν συνοδεύεται από καμία παρόρμηση όσο παρατηρούμε το έργο τέχνης. Δεν έχουμε την ορμή να το κατακτήσουμε, να το οικειοποιηθούμε. Στην ατένιση ενός έργου τέχνης απελευθερωνόμαστε από τα δεσμά της θέλησης και κατά συνέπεια από τον πόνο που αυτή συνεπιφέρει. Για λίγες μόνο στιγμές αγγίζουμε μια κατάσταση εσωτερικής ηρεμίας και αγαλλίασης.

Ενώ όμως αυτή η απελευθέρωση από τα δεσμά της βούλησης διαρκεί μόνο για λίγο - όσο βρισκόμαστε μπροστά στο έργο τέχνης - θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε και έναν δεύτερο δρόμο για να απελευθερωθούμε από τα δεσμά της βούλησης: Αυτόν της ασκητικής. Μόνο σε αυτήν την κατάσταση δεν επιθυμούμε, άρα δεν υποφέρουμε. Εδώ φαίνεται η αρχική επιρροή του Βουδισμού πάνω στην φιλοσοφική σκέψη του Σοπενχάουερ.

Πέρα από την απελευθέρωση του ανθρώπου από τον πόνο σε προσωπικό επίπεδο, η κοσμοαντίληψη του εισάγει και μια ηθική πρόταση:  ο άνθρωπος ανακαλύπτει ότι τόσο ο ίδιος όσο και όλη η φύση δεν είναι παρά η φανέρωση της ίδιας της θέλησης. Όλα τα έμβια όντα είναι το αυτό, συνεπώς ο πόνος του ενός , είναι συνάμα και πόνος του άλλου , αφού και τα δύο είναι παράγωγα της ίδιας αιτίας. Ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι η  διαφορετικότητα του από τον άλλον είναι απλώς μια παράσταση, μια απατηλή εικόνα, ενώ η θέληση ως αιτία της εικόνας είναι κοινή για όλη την φύση . Η φύση μοιράζεται μια κοινή αιτία επομένως ο πόνος του ενός είναι πόνος του άλλου αφού η φύση είναι ενιαία.
Το να μην φας μια μέρα καθόλου διότι έδωσες στον άπορο διπλανό σου είναι μια πράξη συμπόνοιας και ανθρωπιάς.

Στο τέλος της ζωής του ο Σοπενχάουερ κληροδότησε όλη την περιουσία του σε φιλοζωικά ιδρύματα αλλά και σε φιλανθρωπικά , παρότι ο ίδιος βαθιά μισάνθρωπος. Ή μήπως όχι; 

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Ο Άνθρωπος είναι πολιτικό ζώον.








Μια μικρή επεξήγηση για τη ρήση του Αριστοτέλη "φύσει μέν στιν νθρωπος ζον πολιτικόν" , τουτέστιν ο άνθρωπος είναι  από τη φύση του πολιτικό ον.

Τί εννοεί , λοιπόν, ο παμμέγιστος;
Ο Αριστοτέλης πίστευε ότι σκοπός της πολιτικής είναι η αρετή, η διαπαιδαγώγηση των πολιτών, η αναζήτηση δια αυτής της ευζωίας. Μόνο με τη συμμετοχή στην πολιτική επιτυγχάνεται η ευζωία. Όχι εκτός. Γιατί; Διότι είναι στη φύση μας, λέει ο Αριστοτέλης. Μόνο αν συμμετέχουμε στην πολιτική, πραγματοποιούμε πλήρως τη φύση μας ως ανθρώπινα όντα.
Και αυτό διότι η φύση δεν κάνει τίποτα τυχαία, εις μάτην, και τα ανθρώπινα όντα, σε αντίθεση με τα άλλα ζώα, είναι προικισμένα με την ικανότητα της γλώσσας. Άλλα ζώα μπορούν να παράγουν ήχους και οι ήχοι μπορούν να φανερώνουν πόνο ή ηδονή. Αλλά μόνο η ανθρώπινη γλώσσα δηλώνει τί είναι δίκαιο και τί άδικο καθώς και να διακρίνει το σωστό από το λάθος. Η γλώσσα είναι το μέσο με το οποίο διακρίνουμε το αγαθό από το κακό, και διαβουλευόμαστε για το πρώτο. Και η διαβούλευση επιτυγχάνεται μόνο στην πόλη.
Μόνο στην πόλη μπορούμε να ασκήσουμε τη γλωσσική μας ικανότητα , να διαβουλευτούμε με τους άλλους σχετικά με τη δικαιοσύνη και την αδικία, και τη φύση της ευζωίας. "Η πόλη υπάρχει φύσει και είναι λειτουργικά πρότερη του ατόμου". Όταν λέει πρότερη, εννοεί λειτουργικά, όχι χρονολογικά. Τα άτομα, οι οικογένειες, οι φυλές υπήρχαν πριν από τις πόλεις, αλλά μόνο στην πόλη μπορούμε να πραγματώσουμε τη φύση μας, μόνο εκεί ολοκληρωνόμαστε, γινόμαστε αυτάρκεις.
Και γιατί αυτός ο στόχος επιδίωξης της αρετής δια της διαβούλευσης επιτυγχάνεται μόνο στα όρια της πόλης και όχι π.χ. μέσα στην οικογένεια, στη φυλή;
Διότι , κατά τον Αριστοτέλη, μόνο στην πόλη αποκτούμε τριβή, συνήθεια στην γλωσσική εξάσκηση με την οποία αναζητείται ως ζητούμενο η αρετή.
Όπως για να παίξει κάποιος καλά τον αυλό, χρειάζεται να εξασκηθεί στο όργανό αυτό και δεν αρκεί να μελετήσει βιβλία ή να ακούσει τον ήχο από αλλού, το αυτό ισχύει και με την αρετή. Μόνο με τη συνεχή άσκηση , την τριβή, εξελίσσεται η πράξη σε συνήθεια. Και αυτή η διαρκής τριβή, η συνήθεια, αποκτάται μόνο εντός της πόλης όπου μπορούμε να εκπληρώσουμε τη φύση μας: Την επιδίωξη της αρετής δηλαδή της ευζωίας.

Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι ο Αριστοτέλης κατανοούσε τη δίκαιη κοινωνία, σε αντίθεση με τον Καντ (ελευθερία) και τους ωφελιμιστές (Τζέρεμι Μπένθαμ), ως μια κοινωνία όπου πρωτεύοντα ρόλο έπαιζε η αρετή και η συνεχής επιδίωξή της από τον καθένα.












Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Freddie Mercury




Ήταν το έτος 1987 όταν οι γιατροί διέγνωσαν οτι έπασχε από την έως τότε άγνωστη ασθένεια, αυτήν της επίκτητης ανοσοανεπάρκειας που θα γίνει σε λίγο γνωστή σ'ολον τον κόσμο με το ακρωνύμιο AIDS.
Το μουσικό κομμάτι που ακολουθεί ηχογραφήθηκε το 90’, ένα χρόνο δηλαδή πριν το θάνατο του και τρία χρόνια από τότε που είχε μάθει για την ανίατη ασθένεια του. Ετσι ήξερε όταν τραγουδούσε, οτι ο στίχος αφορούσε κυρίως τον ίδιο. Η παράσταση θα συνεχιζόταν και χωρίς αυτόν. Τώρα που ο χρόνος μετρούσε πλέον τις ημέρες του αντίστροφα στο αποκορύφωμα της δόξας του. Ο ίδιος δεν κοινοποίησε ποτέ την ασθένεια του δημοσίως αν και την υποψιαζόταν πολύ πριν τη διαγνώσουν οι γιατροί. Την έκανε γνωστή μόλις ένα 24ωρο πριν αποβιώσει στις 24.11.1991. Με το χαμό του θα έσβηνε ουσιαστικά και ένα από τα μεγαλύτερα μουσικά συγκροτήματα στην ιστορία του ροκ. Κατά πολλούς, το καλύτερο που υπήρξε ποτε.
Το συγκρότημα Queen μεσουράνησε στις δεκαετίες 70’ και 80’ πουλώντας εκατομμύρια album σ ‘όλον τον κόσμο, συγκεντρώνοντας σε κάθε συναυλία λαοθάλασσες. Πάνω από 100.000 φανατικοί οπαδοί συναθροίζονταν κάθε φορά για να ακούσουν τον Φρέντι και την παρέα του. Ήταν το πρώτο συγκρότημα που έδωσε συναυλία στο ανατολικό μπλοκ, στη Βουδαπέστη συγκεκριμένα το 1986 τρελαίνοντας κυριολεκτικά τους διψασμένους από ελευθερία ανατολικοευρωπαίους. Η συναυλία που έδωσαν πιο μπροστά στις αρχές της δεκαετίας του 80' στην Αργεντινή , καταγράφηκε ως η συναυλία με τον περισσότερο κόσμο που ειχε συγκεντρωθεί ποτε έως τότε στην ιστορία των συναυλιών. Η περιοδεία " Magic Tour" στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία, ιδιαίτερα η συναυλία που δόθηκε στο Στάδιο Γουέμπλεϋ το 1986, μαζεύοντας πάνω από 300.000 κόσμου σε ένα ασφυκτικά κατάμεστο γήπεδο. Η συγκεκριμένη περιοδεία έμελλε να είναι και η τελευταία τους. Στη μουσική παρακαταθήκη του συγκροτήματος συγκαταλέγονται μουσικά κομμάτια –διαμάντια που φαίνεται να αδιαφορούν για το πέρασμα του χρόνου και εξακολουθούν να ξεσηκώνουν και να συνεπαίρνουν τα πλήθη ακόμα και σήμερα. Κάθε παράσταση του συγκροτήματος ήταν εκτός από μουσική και θέατρο. Πολύ θέατρο. Το εικαστικό μέρος έπαιζε πάντα εναν πρωτευοντα ρόλο στις παραστάσεις τους.
Ο ίδιος ο πρωταγωνιστής της παρέας εκείνης, ο Φρέντι Μέρκιουρι, θεωρείται παγκοσμίως από τις κορυφαίες προσωπικότητες της μουσικής σκηνής και ξεχωρίζει εκτός από τη φωνητική του δυνότητα, που καταλαμβάνει καταμετρημένες δυο ολόκληρες οκτάδες στη μουσική σκάλα, και για την καλλιτεχνική του τόλμη και έμπνευση. Πάντα των άκρων ποτέ των μέσων, ένας αβανγκάρντ της αυτοπαρουσίασης. Ένας εκκεντρικός περφόρμερ του εαυτού του που έδινε το 100 % σε κάθε σκηνή, και το κοινό του το ανταπέδιδε πάντα στο ακέραιο. "I'm just a musical prostitute, my dear" συνίθιζε να λέει χαμογελώντας θέλοντας να δείξει ότι για την τέχνη τα κάνει όλα και δεν τον ενδιαφέρει η γνώμη των άλλων. Αγαπημένος από εκατομμύρια θαυμαστών ένιωθε την ανάγκη να αγαπηθεί και κυρίως αγαπήσει. Δεν τα κατάφερε ποτέ όμως καλά σ αυτόν τον τομέα. Από τη μία το αεικίνητο πνεύμα του και το πυρακτωμένο μυαλό του, απ την άλλη η ομοφυλοφιλία του, τον κράτησαν εντέλει δέσμιο σε μια εσωτερική μοναξιά αν και πάντα περιβεβλημένος από ερωτικούς συντρόφους σ'ολη του τη ζωή. Μάλλον δεν ήταν για κανέναν άνθρωπο εύκολο , να συμπορευτεί μαζί του.
Ο Freddie Mercury ήταν η προσωποποίση της ανάγκης για ελευθερία. Αντίθετος σε δεσμά που κρατάνε τον άνθρωπο εγκλωβισμένο είτε αυτά είναι επιβεβλημένα είτε πηγάζουν εκ των έσω, επεδίωκε σ'όλη του τη ζωή αυτό το υπέρτατο ιδανικό: Την βιωματική εμπειρία της απόλυτης ελευθερίας. Ελευθερίας του πνεύματος, μα κυρίως ελευθερίας του σώματος. Ελευθερία από τις κοινωνικές επιταγές, ελευθερία από τις παραδόσεις, ελευθερία από αξιακούς κώδικες. Aγαπούσε τη ζωή πέρα και πάνω απο συμβιβασμούς και ήθελε να ξεζουμίσει κάθε σταγόνα της. Αυτό ακριβώς ήταν εντέλει και το μοιραίο του.
Στους φίλους του έλεγε πάντα χαριτολογώντας:
"I won't be a rock star. I will be a legend". Φαίνεται ότι μάλλον τα κατάφερε.
Πέθανε σαν σήμερα πριν από 24 χρόνια . Τhe show still goes on.
Φρέντι Μέρκιουρι (05.09.1946-24.11.1991)


Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Περί μοιχείας

Το να χωρίζεις για μοιχεία είναι παιδαριώδες και ανόητο. Υπάρχουν χίλιοι άλλοι λόγοι να χωρίσεις, όχι για αυτόν το λόγο. Το σώμα είναι ιδιοκτησία του φορέα του, όχι του/της συζύγου. Και το κάνει ότι θέλει, το διαθέτει σε όποιον γουστάρει, όποτε γουστάρει, και λογαρισμό δεν έχει να δώσει απολύτως σε κανέναν. Αν ο άλλος το εκλαμβάνει ως προσβολή στο πρόσωπό του, είναι διότι ασκεί δικαίωμα ιδιοκτησίας στο δικό σας σώμα.

Η ιστορία της μοιχείας, απο τη θεσμοθέτηση της ως παραβατικής συμπεριφοράς παλιότερα, όσο και από τις θρησκευτικές της καταβολές στην Αγία Γραφή και αλλού ακόμα παλιότερα, ήταν και είναι απολύτως συνυφασμένη με το κληρονομικό δίκαιο και αποσκοπεί μόνο στη διαφύλαξη και στη περιορισμένη μοιρασιά της ιδιοκτησίας του αντρός μετά το θάνατό του.

Η ιδιοκτησία του ως κληρονομιά έπρεπε να καταλείπεται σε συγκεκριμένους απογόνους του, κατά προτίμση προερχόμενους από νόμιμο γάμο, και όχι σε εξώγαμα μπάσταρδα, που ενδεχομένος να εμφανίζονταν ξαφνικά απο το πουθενά ως κληρονόμοι του.

Προκειμένου λοιπόν να αποφευχθούν οι έριδες και οι σφαγές μεταξύ των τέκνων για την κληρονομιά του μπαμπάκα, και να μην επιβεβαιώνουμε εις τους αιώνες εν τοις πράγμασι κάθε λίγο και λιγάκι αυτο που αργότερα ο Χόμπς θα μας χαρακτηρίσει ως homo homini lupus, για να μην σφαζόμαστε λοιπόν, έπρεπε να κρθεί το πήδημα με σύντροφο ξένο από τον επίσημο, ως αμαρτία , ως απαγόρευση αργότερα στον ΠΚ. 

Ευτυχώς πλέον η μοιχεία έχει καταργηθεί απο τον κατάλογο των ποινικώς κολάσιμων πράξεων σχεδόν όλων των πολιτισμένων χωρών του δυτικού κόσμου.

Ο λόγος είναι απλός. Eδώ και 100 χρόνια περίπου, οι γυναίκες επιτρέπεται να εργάζονται, άρα να έχουν δική τους περιουσία που θα μπορούν να κληροδοτήσουν με τη σειρά τους στους δικούς τους απογόνους. Εχασε ο άντρας το μονοπώλιο της κληροδοσίας.
Κάποτε βέβαια θα καταρηθεί, σε ένα περαιτέρω στάδιο εκπολιτισμού των κοινωνιών, το ξενοπήδημα και ως αμαρτία απο τα θρησκευτικά κείμενα.


Κάντε Σεξ με όποιον θέλετε, έιτε παντρεμένες είτε ελέυθερες, χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς τύψεις. Από τη στιγμή που η γυναίκα χειραφετήθηκε, κοινωνικά, οικονομικά, πολιτισμικά, εξάλειψε και το αμάρτημα της μοιχείας.
ΥΓ (Να κάτι τέτοια παροτρύνω σε όλες και όλους, ακόμα και στην για 40 χρονια παντρεμένη μάνα μου, και παθαίνει απανωτά εγκεφαλικά η καημένη)

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Αποζημιώσεις και κατοχικό δάνειο



Μεταφράζω ελεύθερα χτεσινό άρθρο της γερμανικής εφημερίδας TAZ που θεωρείται από τις πλέον σοβαρές εφημερίδες στη Γερμανία, όσον αφορά τις κατοχικές αποζημιώσεις της Ελλάδας και το κατοχικό δάνειο, θέμα που πραγματεύονται αυτόν τον καιρό πολλές άλλες γερμανικές εφημερίδες.
«Η γερμανική κοινή γνώμη δέχεται αυτές τις ημέρες , κυρίως από εφημερίδες όπως η Bild, που ανήκει στον γνωστό εκδοτικό οίκο Σπρίνγκερ, στρεβλές αλήθειες όσον αφορά τα χρήματα που θέλει ο Τσίπρας να διεκδικήσει από τη Γερμανία και που αφορούν τις πολεμικές αποζημιώσεις.
Θα πρέπει να διαχωρίσουμε τις αποζημιώσεις από το κατοχικό δάνειο και να δούμε με νηφάλιο μάτι , ποιές απαιτήσεις είναι εν τέλει δικαστικώς επιδιώξιμες και ποιες όχι.
Καταρχάς υπάρχουν αγωγές αποζημιώσεων από φυσικά πρόσωπα, που υπέστησαν την θηριωδία της ναζιστικής επέλασης από τον Απρίλιο 1941 έως Οκτώβριο του 1944. Συγκεκριμένα οι επιζήσαντες του ναζιστικού τρόμου στο Δίστομο επέτυχαν απόφαση από ανώτατο ελληνικό δικαστήριο, σύμφωνα με την οποία δικαιούνται χρηματική αποζημίωση. Το αντίστοιχο γερμανικό ανώτατο δικαστήριο όμως απέρριψε το ίδιο αίτημα των παθόντων. Την ίδια αποτυχία είχαν τα θύματα και σε διεθνές επίπεδο, αφού το Δικαστήριο της Χάγης αποφάσισε τον Ιανουάριο 2012 βάσει της αρχής της «κρατικής ασυλίας», σύμφωνα με την οποία απορρίπτονται κατ’ αρχήν οι αγωγές φυσικών προσώπων κατά το κράτος της Γερμανίας.
Το επιχείρημα που προέβαλαν τα θύματα του Διστόμου, ότι η παραπάνω αρχή δεν πρέπει να ισχύει στις περιπτώσεις βαριών εγκλημάτων πολέμου, απερρίφθηκε διότι αυτή η εξαίρεση δεν έχει καταστεί ακόμη εθιμικό δίκαιο σε διεθνές επίπεδο.
Η Διεθνής Αμνηστία κριτικάρει την παραπάνω απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, λέγοντας ότι προτάσσει τα συμφέροντα των κρατών πάνω από τα ανθρωπινα δικαιώματα. Η απόφαση αυτή είχε ως πρακτικό αποτέλεσμα , τα θύματα του Διστόμου να μην μπορούν πλέον να διεκδικήσουν το ιστορικό δίκιο τους δικαστικώς ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου. Τουλάχιστον όχι ως φυσικά πρόσωπα. Η μόνη τους ελπίδα θα είναι μια συνεννόηση, ένας συμβιβασμός σε άλλη βάση. Μεταξύ των δυο κρατών.
Ως συνήθως οι αποζημιώσεις διαπραγματεύονται και εκπληρώνονται από το υπόχρεο κράτος κατά κανόνα σε διμερές επίπεδο. Η ίδια η Χάγη , αναγνωρίζοντας το βάσιμο του αιτήματος των θυμάτων, παραπέμπει αυτά στον δρόμο της διπλωματικής διευθέτησης μεταξύ των δυο εμπλεκομένων κρατών. Παρόμοια χειρίστηκε το Δικαστήριο την υπόθεση μεταξύ Κροατίας κατά Σερβίας, όπου με απόφαση του προέτρεψε τα εμπλεκόμενα μέρη να τα «βρούνε μεταξύ τους».
Τίθεται λοιπόν εδώ το ερώτημα, γιατί από το 1945 έως σήμερα, δεν διευθετήθηκε το εν λόγω θέμα μεταξύ της Ελλάδας και Γερμανίας σε διμερές επίπεδο κρατών.

Ως γνωστόν, το συνέδριο αποζημιώσεων του Λονδίνου κατέληξε με την από 27.02.1953 συμφωνία , σύμφωνα με την οποία, ΑΝΑΒΛΗΘΗΚΕ η όποια συζήτηση και διευθέτηση των αποζημιώσεων , γενικά, έως τη σύναψη μιας τελικής «συμφωνίας ειρήνης» δηλαδή, την επανένωση της Γερμανίας.
Όταν μετά από 37 χρόνια πραγματοποιούνταν η επανένωση της Γερμανίας, η γερμανική κυβέρνηση υπό του Κόλ , έκανε τα πάντα ώστε να αποκρύψει και να ξεχάσει την υποχρέωση της αυτή, που είχε συμφωνηθεί στο Λονδίνο το 1953.
Η επανένωση της Γερμανίας πραγματοποιήθηκε με τη «συμφωνία 2+4» αντί του «συμφώνου Ειρήνης» που είχε προαποφασιστεί να ονομαστεί. Σύμφωνα με τα τότε δημοσιεύματα το 1990, προκρίθηκε η εν λόγω ονομασία από τη γερμανική κυβέρνηση ακριβώς για αυτόν το λόγο. Να μην ενεργοποιηθούν οι αξιώσεις των υπό την ναζιστική κατοχή καθημαγμένων χωρών. Έτσι , επίσημα, η Γερμανία δεν υπέγραψε ποτέ ένα τέτοιο σύμφωνο ειρήνης . Ο τότε υπουργός εξωτερικών της Γερμανίας Γκένσερ επισήμανε σε τότε δημοσιεύματα ότι , το «σύμφωνο 2+4» υπεγράφη από τις 4 μεγάλες δυνάμεις και τα λοιπά κράτη μέλη δεσμεύονται από τη συμφωνία αυτή αφού δεν προέβαλαν αντιρρήσεις, με αποτέλεσμα να πάνε περίπατο και οι αξιώσεις τους, αφού δεν υπεγράφη ποτέ κανένα σύμφωνο ειρήνης με όλα τα κατεχόμενα κράτη όπως είχε συμφωνηθεί να γίνει στο Λονδίνο το 1953.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο, επεμβαίνει η Ελλάδα και υποστηρίζει ότι δεν παραιτήθήκε ποτέ σιωπηρώς το 1990 (όταν έγινε η επανένωση και υπογράφηκε άλλο σύμφωνο αντί του προβλεπόμενου) από τις αξιώσεις της , μη προβάλλοντας ένσταση κατά του συμφώνου 2+4.
Η Γερμανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Ελλάδα, λαμβάνοντας γνώση του νέου συμφώνου 2+4, αναγνώρισε τις νομικές επιδράσεις του νέου συμφώνου, εις αντικατάσταση του άλλου, με αποτέλεσμα να δεσμεύεται και αυτή από αυτό το σύμφωνο. Ήτοι, να παραιτήθηκε σιωπηρώς από τις όποιες αξιώσεις πολέμου της που θα λύνονταν με το σύμφωνο Ειρήνης, μιας και το νέο σύμφωνο αυτό, διευθετεί και επιλύει όλες τα εκ του πολέμου προκύψαντα ζητήματα.
Με λίγα λόγια, η Γερμανία απέφυγε τότε το 1990 επίτηδες να ονομάσει το σύμφωνο που υπεγράφη ως σύμφωνο ειρήνης, και προτίμησε την ονομασία « σύμφωνο 2+4», ακριβώς για να αποφύγει τις αποζημιώσεις που έπρεπε να καταβάλει στα κράτη που υπέστησαν τη ναζιστική θηριωδία.
25 χρόνια μετά, το 2015, η γερμανική κυβέρνηση υποστηρίζει σθεναρά ότι το παραπάνω σύμφωνο επέχει θέση συμφώνου Ειρήνης, και μιας και η Ελλάδα τότε δεν προέβαλλε καμία αντίρρηση, κατέπεσε και η αξίωση της .
Κάτι άλλο ισχύει όμως όσον αφορά το κατοχικό δάνειο που έλαβε η γερμανική κατοχική δύναμη από την τράπεζα της Ελλάδας. Το εν λόγω δάνειο φοβίζει ιδιαίτερα τη γερμανική κυβέρνηση μιας και η δικαστική του επιδίωξη έχει βάσιμες πιθανότητες επιτυχίας. Ως εκ τούτου, προσπαθεί λυσσασμένα να κατατάξει και αυτήν την υποχρέωση της ως αποζημίωση, ώστε να μην είναι και αυτό το αίτημα δικαστικό επιδιώξιμο όπως οι λοιπές αποζημιώσεις.
Η λεπτή διαφορά όμως έγκειται στο ότι το κατοχικό δάνειο συνήφθη όχι για έξοδα κατοχής της ναζιστικής διοίκησης στην Ελλάδα, αλλά για να χρηματοδοτηθούν τα Afrikakorps του Ρόμελ.
Επίσης το κατοχικό δάνειο που υπεγράφη τον Μαρτιο 1942, άρχισε ήδη αν αποπληρώνεται ακόμα όταν η Ελλάδα ήταν υπό ναζιστική κατοχή, αφού, όταν αποχώρησαν τον Οκτώβριο του 1944 τα γερμανικά στρατεύματα από την Ελλάδα, από το αρχικό κεφάλαιο των 568 εκατομμυριών Μάρκων του ράιχ, απέμειναν για αποπληρωμή μόνο τα 476 εκ μάρκα.
Το παραπάνω ποσό των 476 εκ μάρκων εκτιμάται σήμερα από οικονομολόγους στα 11 δις εκ ευρώ.
Ωστόσο, παρά τις αποδείξεις περί σύναψης του εν λόγου κατοχικού δανείου, η σημερινή γερμανική κυβέρνηση αρνείται την ύπαρξη του, ήτοι, την θεώρηση του ως δάνειο και το κατατάσσει ως αποζημίωση. Η ίδια επιστημονική επιτροπή της γερμανικής Βουλής σε ανεπίσημο έγγραφό της προς την καγκελάριο αναφέρει ότι το εν λόγω δάνειο δεν συγκαταλέγεται υποχρεωτικά στις αποζημιώσεις.
Εδώ και δεκαετίες λοιπόν η γερμανική πλευρά δικαιολογείται και υπεκφεύγει αναίσχυντα την παραπάνω συζήτηση περί αποζημιώσεων και δανείων. Από τη μια συμψηφίζουν τις απαιτήσεις των ελλήνων με χρήματα που δόθηκαν μέσω της ΕΕ, λες και τα χρήματα προήλθαν κατευθείαν από τα γερμανικά ταμεία, από την άλλη δικαιολογούνται με το ήδη υψηλό κόστος της επανένωσης της Γερμανίας, πράγμα απαγορευτικό για όποια συζήτηση περί πληρωμής χρημάτων και σε άλλες χώρες."

Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2015

Ο γιος του πατέρα μου









Πατρώνυμο στον δυτικό κόσμο δεν υπάρχει. Ή τουλάχιστον δεν χρησιμοποιείται για να ταυτίσει ένα άτομο. Πέραν του ονοματεπωνύμου, ο κάθε Βορειοευρωπαίος έχει και χρησιμοποιεί σαν περαιτέρω προσδιοριστικό στοιχείο του ατόμου την ημερομηνία γέννησης του. Έτσι ο Ζαν είναι ο Ζαν Μορίς, γεννηθείς την 02.03.1983 και ο Χάνς είναι ο Χάνς Φίσερ , γεννηθείς την 02.01.1959.
Στην Ελλάδα χρησιμοποιείται κατά κόρον το πατρώνυμο αντί της ημερομηνίας γέννησης. Δηλαδή ο Βασίλης είναι του γιος Γεωργίου , ο Δημήτρης είναι του Παντελή και η ημερομηνία γέννησης του δεν είναι επαρκές στοιχείο ή τέλος πάντων δευτερεύον και αδιάφορο στην ταυτοποίηση του
.
Ιστορικοί οι λόγοι μεταξύ άλλων, σίγουρα. Όταν τα κράτη είχαν μητρώα των πολιτών τους, (ΓΙΑΤΙ είχαν τόσο εσπευσμένα μητρώα των πολιτών τους τα κράτη , δεν ενδιαφέρει εδώ), εμείς όχι κράτος, αλλά ζούσαμε στα βουνά και τα λαγκάδια. Ούτε πόλεις δεν υπήρχαν.
Αλλά δεν είναι μόνο ζήτημα ιστορικό αναγόμενο σε αδυναμίες ύπαρξης και τήρησης καταλόγων πολιτών δηλαδή στην έλλειψη κρατικής , οργανωμένης οντότητας..
Είναι και πολιτιστικό το θέμα. Βαθειά πολιτιστικό. Που για να υπάρξει όμως πολιτισμός, χρειάζεται τις ........πόλεις. Πολιτισμός σοβαρός έξω από την πόλη ούτε υπήρξε ποτέ, ούτε θα υπάρξει ποτέ στο μέλλον. Τα όσα σημαντικά ΄η ασήμαντα  ιδιάζοντα σε πολιτισμό που δημιουργήθηκαν ή καλλιεργήθηκαν στα χωριά , δεν έχουν σχέση με σοβαρό πολιτισμό αλλά είναι φολκλορικές επιταγές, δημιουργούμενα από την ανάγκη ύπαρξης συνεκτικής ουσίας μεταξύ των χωριατών. Για να αναγνωρίζονται και να μην σφάζονται μεταξύ τους .
Λέγαμε λοιπόν ότι το πατρώνυμο δεν χρησιμοποιείται στην εσπερία σε αντίθεση στην καθ΄ ημάς ανατολή. Και είναι πολιτιστική επιλογή ή επιταγή. Διότι στην Δύση δημιουργήθηκε και καλλιεργήθηκε ή έννοια του ατόμου. Της αυθύπαρκτης , ανεξάρτητης ελάχιστης μονάδας εντός ενός κοινωνικού συνόλου. Το άτομο,  με νομική υπόσταση, δεν προσδιορίζεται ως ο υιός κάποιου άλλου. Δεν είναι συνέχειά του, δεν είναι η περιουσία του (το κτητικό άρθρο «του» που χρησιμεύει μετά το επώνυμο για το πατρώνυμο, αυτό ακριβώς δηλώνει  εν τέλει).
Δεν νοείται να πεις δηλαδή στη Γερμανία τον Χάνς γιο «του» Μίχαελ. Θα σε πάρει και θα σε σηκώσει. Θα σου πει ότι δεν είναι ούτε ιδιοκτησία, ούτε παρακολούθημα του πατέρα του και θα σε διαολοστείλει. Και με το δίκιο του  ως ένα βαθμό.

Σε μας η δήλωση  «ο υιός του τάδε ή του δείνα» ήταν επαρκές στοιχείο προσδιορισμού κάποιου. Διότι, κυρίως στα χωριά, που ήταν όλη η Ελλάδα στη νεότερη ιστορία της και συνεχίζει να είναι μέχρι σήμερα εν πολλοίς, ο τρίτος δεν χρειάζεται να σε ξέρει προσωπικά για να βγάλει συμπεράσματα για σένα αν ξέρει τον πατέρα σου. Η περαιτέρω γνωριμία δηλαδή η δικιά σου με τον τρίτο, ξεκινά από μια συγκεκριμένη αφετηρία κι όχι από το μηδέν αφού γνωρίζει τον πατέρα σου.

Κατάπτυστος πολιτισμικός αταβισμός θα έλεγε κάποιος ευρωπαίος. Ίσως. Ίσως όμως κι όχι . Διότι η πατρωνυμική ταυτοποίηση χρησιμεύει τα μάλα στο να γνωρίζει ο ένας τον άλλον, ακόμα και τις ρίζες του, εξαρχής. Κατά ακολουθία μπορεί να υπάρξει κοινωνικός έλεγχος του ενός από τον άλλον. Κάποιον ουρανοκατέβατο λίγο δύσκολα τον ελέγχεις, έμμεσα ή άμεσα, αφού δεν γνωρίζεις από πού κρατά η σκούφια του και τι καπνό φουμάρει. Είναι δηλαδή εν τέλει θέμα κοινωνικού ελέγχου, θέμα βουκολικής συνήθειας, αγόμενη στην προστασία του χωριάτη. Γι’ αυτό αρμόζει και περισσότερο στα χωριά με τις κλειστές κοινωνίες τους.

Επιπλέον, έχει και κάποια λογική βάση. Κάθε συνήθεια εφόσον επικράτησε επί γενεές γενεών για χιλιάδες χρόνια, έχει κάποια  χρησιμότητα (βλέπε πάνω) και συνεπώς λογική. Διότι, πόσοι από μας διαφέρουν τελικά πραγματικά από τους άμεσα προγόνους τους; Ένα απειροελάχιστο ποσοστό. Οι λοιποί είναι αντιγραφή των γονέων τους που διαφέρουν μόνο στα πολύ επιμέρους χαρακτηρολογικά στοιχεία απ’ αυτούς.

Συνεπώς ο γιος του τάδε, ή η κόρη της δείνα ......σίγουρα ομοιάζει σε μεγάλο ποσοστό στον πατέρα  του ή στην μητέρα της. Σε σπάνιες μόνο περιπτώσεις, και μόνο κατόπιν συστηματικής καλλιέργειας του ατόμου,  υπάρχει σαφής διάκριση με τα χρόνια με ους πλάστες μας.
Και μην μου πει τώρα κανένας ότι κάθε άνθρωπος είναι ξεχωριστός με δικό του χαρακτήρα και άλλα φαιδρά, αφού αφενός μιλάμε αφαιρετικά και αφετέρου  θα φωνάξω κανέναν Βορειοευρωπαίο να κρίνει τα άτομα , και τα πρόσωπα εδώ στην Ελλάδα και γενικά όλο το σόι.

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Περί μεγαλοφυών





Έχουμε ανάγκη από ιδιοφυίες; Ναι, αλλά μόνο για να σημαδεύουμε τις καμπές και για να προσδιορίζουμε με μεγαλύτερη ευκολία τους πόθους καιι προσδοκίες μιας εποχής. Άρα τον μεγαλοφυή , φερ ειπείν τον μεγαλοφυή καλλιτέχνη, τον αναμένουμε όταν τα πραγματα απο αισθητικής άποψης έχουν ωριμάσει τόσο πολύ, όταν οι καλοί καλλιτέχνες είναι τόσοι πολλοί, που δεν μπορεί παρά μέσα από τους πολλούς καλούς καλλιτέχνες, να ξεπεταχτούν μερικοί άριστοι και μέσα από τους άριστους ένας ή περισσότεροι ιδιοφυείς. Ενώ ανάμεσα στους ιδιοφυείς είναι πολύ πιθανό να υπάρξει μια μεγαλοφυΐα, δηλαδή ένας ηγέτης, ένας καθοδηγητής που θα έρθει να εκπληρώσει κάποιες προσδοκίες. 
Και σε τι συνίστανται αυτές οι προσδοκίες; Αφενός σε μια αναμφισβήτητη κορύφωση του δοκιμασμένου. Ταυτόχρονα όμως πέρα από την κορύφωση, ο μεγαλοφυής προτείνει, παρουσιάζει, αποκαλύπτει το νέο, το καινούργιο, το άγνωστο. Αποτελεί τη γέφυρα από το παλιό στο νέο. Γνωρίζει το παλιό καλά, αλλά το αντιμετωπίζει άφοβα, έτοιμος να το καταβαραθρώσει. Το χρησιμοποιεί για δικά του σχέδια, βαστάζει πάνω στο δοκιμασμένο απλώς για να κάνει τη δουλεία του που έχει κατά νου. Αποκαλύπτει τα αφανέρωτα. Ανοίγει το δρόμο που θα περπατήσουν οι υπόλοιποι. Είναι ο δημιουργός που υποδεικνύει μια διέξοδο από μια εποχή, στην οποία έχουν πλέον εξαντληθεί τα εκφραστικά της μέσα και βαδίζει προς το τέλος της.

Στην ιστορία της ανθρωπότητας υπήρχαν λίγες μεγαλοφυΐες. Τόσο στις επιστήμες, όσο και στις τέχνες. Παραδείγματος χάριν στον χώρο της υποκριτικής. Η δεκαετία του 50' ήταν η εποχή που είχε το προνόμιο να φιλοξενεί ξακουστά ταλέντα υποκριτικής, το ένα πιο δυνατό από το άλλο, όλα αναντίρρητα ιδιοφυΐες. Λώρενς Ολιβιές, Τσάρλς Λόουτον, Κλάρκ Γκέιμπλ, Ερολ Φλίν, Τζείμς Μείσον, Κάρι Γκραντ κ.α., ήταν η Αβανγκάρντ του χώρου. Η έκφραση των συναισθημάτων των σκιωδών χαρακτήρων γινόταν κυρίως με λόγια. Αυτό ήταν το κυρίαρχο μέσο έκφρασης της εποχής στο πανί της μεγάλης οθόνης. Και κάπου εκεί, εκ του πουθενά, ανάμεσα στην κυρίαρχη αγγλική σχολή υποκριτικής, ξεπετάγεται ένας ανώνυμος 23χρονος Αμερικανός, που δεν παίζει απλώς κάποιον ρόλο, δεν "γεμίζει" έναν σκιώδη χαρακτήρα, όπως έκαναν τα μεγαθήρια πάνω, αλλά, τον ζει. Με το σώμα του. Με την ψυχή του. Χάνεται μέσα στο ρόλο και δεν υπάρχει πλέον κανένας ηθοποιός. Υπάρχει μόνο ο χαρακτήρας που υποδύεται. Ηθοποιός και σκιώδης χαρακτήρας έσμιξαν αξεδιάλυτα σε ένα και το αυτό. Σίγουρα κατά την επιθυμία του Στανισλάβσκι. Και ταράζει ο 23χρονος συθέμελα το σύμπαν με το πρωτοφανέρωτο ταλέντο του. Δεν είναι ότι σε πείθει για τον ρόλο που υποδύεται. Δεν είναι ότι σου προκαλεί τα συναισθήματα που περιμένεις να σου προκαλέσει ο ρόλος που υποδύεται. Είναι κυρίως ότι σου προκαλεί συναισθήματα που σου ήταν ως τώρα άγνωστα σε σένα τον ίδιο τον θεατή, καθώς τον βλέπεις στην οθόνη.
Εκεί έγκειται η μεγαλοφυΐα του. Δεν ξέρεις πώς θα είναι στο επόμενο δευτερόλεπτο η επόμενη αντίδρασή του, δεν έχει ιδέα ποια στάση σώματος θα πάρει καθώς θα μιλήσει στην Μπλάνσετ, δεν φαντάζεσαι πώς θα πει αυτά που του επιτάσσει να πει το σενάριο.
Απλώς κάθεσαι και τον παρακολουθείς αποχαυνωμένος, παρασυρμένος από κάτι το μαγνητικό που εκπέμπει που δεν προσδιορίζεται και δεν μπορείς να το διαχειριστείς.


Είχε γεννηθεί μια μεγαλοφυΐα.

Έκτοτε κάθε ηθοποιός του σινεμά θα αναμετριέται με αυτόν και με το εκτόπισμα του επί της σκηνής. Αποτελεί πλέον μέτρο σύγκρισης για όλους, η λυδία λίθος του ίδιου τους του παιξίματος. Από τον Ντε Νίρο, τον Πατσίνο, Ντυβάλ, κ.ο.κ.


Το όνομα αυτού, Μάρλον Μπράντο.