Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2016



"Αν την επόμενη Κυριακή ψηφίζαμε εμείς ..." 
Για πολλούς λόγους δεν υφίσταται Κυριακή των εκλογών στις ΗΠΑ : Εκεί ψηφίζουν πάντα μια Τρίτη και για να ακριβολογούμε, δεν ψηφίζουν καν τον Πρόεδρο απευθείας αλλά μονο τους εκλέκτορες. Γιατί;

Από την αρχή της νεοσυσταθείσας τότε δημοκρατίας στις ΗΠΑ υπήρχαν συζητήσεις για το ποια μέρα θα καθιερωθεί ως ημέρα των εκλογών. Στις πολιτείες οι πολίτες ασκούσαν τα εκλογικά τους δικαιώματα σε διαφορετικές μέρες, όχι μια συγκεκριμένη ημέρα, αλλά ποτέ την Κυριακή. Η Αμερική ήταν μια ευσεβής και θρησκόληπτη χώρα, κατά το μεγαλύτερο μέρος της προτεσταντική.
Συνεπώς ήταν αδιανόητο να γίνονται εκλογές την Κυριακή, ημέρα θρησκευτικής αργίας, ανάπαυσης και προσευχής.
Αποφάσισαν λοιπόν το 1845 οι αντιπρόσωποι των πολιτειών να πραγματοποιούνται οι προεδρικές εκλογές την ημέρα Τρίτη, που θα ακολουθεί την πρώτη Δευτέρα του μηνός Νοεμβρίου. 
Με αυτόν τον τρόπο θα αποφευγόταν να συμπέσουν οι προεδρικές εκλογές με την πρώτη του Νοέμβρη, μέρα των Αγίων Πάντων που είναι αργία για τους καθολικούς.

Έτσι και οι φετινές εκλογές πέφτουν ημερολογιακά στις 8 Νοεμβρίου όπου δεν ψηφίζεται ο /η Πρόεδρος αλλά καταρχάς μόνο οι εκλέκτορες των πολιτειών. Και αυτή η διαδικασία της έμμεσης εκλογής του Προέδρου έχει ιστορικές ρίζες: Μόνο όταν θα ψηφίσουν και οι εκλέκτορες έξι εβδομάδες αργότερα τον Πρόεδρο, μόνο τότε θα εκλεγεί επίσημα ο τελευταίος.
Οι ιδρυτές του αμερικανικού συντάγματος κατά τον 18ο αιώνα ήταν μεν δημοκράτες εκ πεποιθήσεως, όχι όμως αφελείς. Είχαν ενδόμυχη φοβία απέναντι στους διάφορους δημαγωγούς που εμφανίζονταν κατά καιρούς λίγο πριν τις εκλογές. Ήταν ικανοί να χειραγωγήσουν κατά το δοκούν τους ψηφοφόρους της χώρας . 
Έτσι δημιούργησαν τον θεσμό των εκλεκτόρων, που θα λειτουργούσε ως διηθητικό μέσο ανάμεσα στην επιλογή του λαού και στην τελική ανάδειξη του νέου Προέδρου.
Το γεγονός ότι ακόμα και σήμερα αυτό που μετρά στις αμερικανικές εκλογές είναι η πλειοψηφία των εκλεκτόρων κι όχι η πλειοψηφούσα επιλογή των πολιτών , αναδείχτηκε ιστορικά προσφάτως, στις εκλογές του 2000, όπου ο υποψήφιος των Δημοκρατικών Al Gore αν και συγκέντρωσε τις περισσότερες ψήφους σε όλη τη χώρα , τελικά αναδείχτηκε Πρόεδρος ο συνυποψήφιός του George W. Bush, ο οποίος είχε τελικά τις περισσότερες ψήφους απο το σωμα των εκλεκτόρων.
Έξι εβδομάδες μετά, εκλέγουν λοιπόν και οι εκλέκτορες. Η χρονική καθυστέρηση της εκλογής , εντός του Δεκεμβρίου, οφείλεται στο ότι τον 18ο αιώνα το ταξίδι με άμαξα από τα πιο απόμακρα μέρη της χώρας ως την πρωτεύουσα Washington, μπορούσε να διαρκέσει ως και έξι βδομάδες.

Περί τις 20 Ιανουαρίου του επόμενου έτους αναλαμβάνει πλέον καθήκοντα Προέδρου ο νεοεκλεγμένος. Μέχρι τότε οφείλει να συγκροτήσει ένα επιτελείο – υπουργικό συμβούλιο- μαζί με το οποίο θα κυβερνήσει τη χώρα για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. 
Η "Inauguration Ceremony" , που λαμβάνει χώρα τον Ιανουάριο είναι ένα τελετουργικό μεγάλης συμβολικής σημασίας: Ο απερχόμενος και ο νέος Πρόεδρος οδηγούνται μαζί στο Καπιτώλιο και γίνεται επιτόπου η εναλλαγή της σκυτάλης. Συμβολισμός εντιμότητας και κυρίως ειρηνικής μετάβασης της εξουσίας από τον παλιό στον νέο .
Ήδη ο πρώτος Πρόεδρος των ΗΠΑ George Washington απεχώρησε αυτοβούλως μετά από δυο εκλογικές θητείες. Ήταν βαθιά πεπεισμένος ότι μετά από οκτώ χρόνια εξουσία, η τελευταία αρχίζει αναπόφευκτα να διαφθείρει τον άνθρωπο.

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

Ο μισάνθρωπος Σόπενχάουερ








Ο μισάνθρωπος Σοπενχάουερ

O Άρθουρ Σοπενχάουερ ήταν ένας οutsider μεταξύ των φιλοσόφων. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως ένα unikat. Δεν ανήκε σε καμία γνωστή φιλοσοφική σχολή ενώ εναντιωνόταν στα τότε γνωστά ρεύματα φιλοσοφικής σκέψης. Κυρίως δεν ήταν ένας οπτιμιστής, όπως οι περισσότεροι ομότεχνοί του καιρού του, αλλά ένας βαθιά πεσιμιστής.
Τα πάντα στον κόσμο τείνουν να αποδειχτούν μια φενάκη, έγραφε, και η ζωή παρουσιάζεται ως μια απάτη,τόσο στα μεγάλα όσο και στα καθημερινά, από την στιγμή που θα σου υποσχεθεί κάτι το αναιρεί για να σου δείξει πόσο ευτελής ήταν η επιθυμία σου. Ο κόσμος μας είναι ο χειρότερα δυνατός και καλύτερα να μην υπήρχε.
Η απαισιοδοξία του Σοπενχάουερ τον κάνει στην πορεία και άθεο. Δεν μπορεί να φανταστεί να υπάρχει ένας θεός, που του προσάπτουν ιδιότητες όπως αγάπη,συμπόνοια, παντοδυναμία ,που θα μπορούσε να φτιάξει έναν τέτοιο φριχτό κόσμο. «Ένας τέτοιος Θεός δεν θα ήθελα να ήμουν, η σαθρότητα αυτού του κόσμου θα μου σπάραζε την καρδιά». Η συμπάθεια του περιοριζόταν κυρίως στα ζώα και όχι στους ανθρώπους, επέλεξε την μοναχικότητα από πεποίθηση και για λόγους αυτοπροστασίας. Για αυτόν η κοινωνία ήταν σαν μια πύρινη σφαίρα που αν είσαι σε απόσταση σε θερμαίνει και σε φωτίζει αλλά αν την πλησιάσεις πολύ σε καίει . Φυσικά και παρέμεινε μια ζωή ανύμφευτος, «ο γάμος αποσκοπεί μόνο στο να μολύνεται ο ένας από τον άλλον, να περιορίζονται τα δικαιώματα του και να διπλασιάζονται οι υποχρεώσεις σου», μόνος σύντροφος της ζωής του, ένα κουτάβι. Το σκυλάκι σου είναι πιστό ακόμη και στην φουρτούνα , ενώ ο άνθρωπος φεύγει με το πρώτο αεράκι.
Ο Σοπενχάουερ υπέφερε από τον κόσμο και τους ανθρώπους. Ακριβώς αυτός ο πόνος τον μετέτρεψε σε φιλόσοφο. Θαυμαστές του υπήρξαν διάσημοι συγγραφείς όπως Τόμας Μαν, Μάρσελ Προυστ, Φραντς Κάφκα, Λέων Τολστόι. Ο τελευταίος τον εκθειάζει ως την μεγαλύτερη ιδιοφυΐα. Ο πεσιμισμός του Σοπενχάουερ είχε τόσο φιλοσοφικές όσο και προσωπικές βάσεις. Ο πατέρας του ένας συνολικά ευκατάστατος έμπορος υπέφερε από χρόνια κατάθλιψη την οποία κληρονόμησε και ο ίδιος. Ήδη σε ηλικία των έξι ετών, υπέφερε από σύνδρομο φοβίας, μια κατάσταση που θα τον συνόδευε για το υπόλοιπο της ζωής του. Επιπρόσθετα οι γονείς τους διαπληκτίζονταν συνεχώς μεταξύ τους. Ο πατέρας του ήταν βαρύς σε αντίθεση με την κατά πολλά χρόνια νεότερη μάνα του, που ήταν κοινωνική, χαρούμενη, ανέμελη. Το δύστροπο αυτό οικογενειακό περιβάλλον θα τον ωθήσει να κάνει πολλά ταξίδια, μόνο και μόνο για να λείπει κατά μεγάλα διαστήματα από τον οικογενειακό ζυγό. Όταν πεθαίνει ο πατέρας του εγκαθίσταται με την μητέρα του στην Βαϊμάρη η οποία ανοίγει ένα δικό της βιβλιοπωλείο. Την μπουτίκ λογοτεχνίας επισκέπτονται μεταξύ άλλων ο Γκαίτε και πολλά άλλα ξακουστά ονόματα σκεπτόμενων. Εκεί θα έρθει σε επαφή και με τις Ουπανισάδες, τα ινδουιστικά ιερά κείμενα . Αργότερα θα πει ότι η μελέτη αυτών των γραφών, ήταν η μόνη παρηγοριά στην ζωή του. Αυτό που τον στιγμάτισε σε αυτές τις γραφές ήταν ότι καθρέφτιζαν τις προσωπικές του πεποιθήσεις για τη ζωή που ήταν μόνο πόνος και μαρτύριο. Στα ινδουιστικά αυτά κείμενα αυτά θα βρει όμως και ένα είδος ανακούφισης αφού ο πεσιμισμός και η δυστυχία του δεν είναι σύμφωνα με αυτά, αποτελέσματα προσωπικής αποτυχίας, αλλά συμπτώματα ενός στρεβλού κόσμου. Οι κοσμοαντιλήψεις της Άπω Ανατολής θα αποτελέσουν λίγο αργότερα έναν από τους πυλώνες της προσωπικής του φιλοσοφίας μαζί με του Πλάτωνα και του Καντ. Όταν ενηλικιώνεται κληρονομεί από τον πατέρα του την όχι ευκαταφρόνητη περιουσία του, πράγμα που του επιτρέπει να αφοσιωθεί χωρίς υλικές ανησυχίες εξ ολοκλήρου στις σπουδές του που θα ολοκληρωθούν με το διδακτορικό από το Πανεπιστήμιο της Ιένας.
Εγκαθίσταται στην Δρέσδη όπου για τα επόμενα τέσσερα χρόνια θα αφοσιωθεί εκ ολοκλήρου στην συγγραφή του κύριου επιστημονικού του έργου ‘’Die Welt als Wille und Vorstellung’’  («ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση’»). Το έργο αυτό θα αποτελέσει σταθμό της φιλοσοφικής γνωσιολογίας και ταυτόχρονα ένα μανιφέστο της άρνησης του κόσμου. Στο έργο αυτό ο Σοπενχάουερ πραγματεύεται τρία θέματα: τον κόσμο ως παράσταση, τον κόσμο ως βούληση και τον κόσμο ως τόπο  μαρτυρίου.
Στο πρώτο κεφάλαιο ο Σοπενχάουερ στηρίζεται στην φιλοσοφία του Καντ. Κατά αυτόν, ο κόσμος δεν είναι αυτός που μας φαίνεται αλλά αυτός που φανταζόμαστε μέσω των αισθήσεών μας. Για παράδειγμα αν φορούσαμε πράσινα γυαλιά ο κόσμος μας θα ήταν πράσινος, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι πράσινος. Ενώ όμως δεν έχουμε πράσινα γυαλιά εντούτοις οι αισθήσεις μας και η λογική μας δεν αποτυπώνουν ένα προς ένα τον κόσμο όπως είναι, αλλά προσθέτουν ή αφαιρούν (οι αισθήσεις μας) και κάτι από μόνα τους. Για παράδειγμα προσλαμβάνουν τον κόσμο σε χώρο και χρόνο ενώ κάτι τέτοιο συμβαίνει μόνο μέσω των αισθήσεών μας που μπορούν να το δουν μόνο κατά αυτόν τον τρόπο. Συνεπώς ο κόσμος είναι μια εικόνα, ένα αποτύπωμα, μια παράσταση. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο κόσμος δεν είναι αληθινός, είναι αληθινός αλλά είναι η δικιά μας αλήθεια.
Η πρωτοτυπία του Σοπενχάουερ αποτυπώνεται στο δεύτερο μέρος αυτούς έργου. Στο δεύτερο κεφάλαιο ρωτάει για τον λόγο, για τα αίτια της προσωπικής μας φαντασίας, τι είναι, ρωτάει, ποια είναι η αιτία που γεννάει τη φαντασία μας; Στην αναζήτηση αυτή ενδοστρέφει το βλέμμα του ‘’δες την αλήθεια μέσα σου’’, γράφει, στο μέσα σου τέμνει ο ουρανός την γη. Και αυτό διότι εμείς οι ίδιοι είμαστε με την σειρά μας μια φαντασία την οποία μπορούμε να ερευνήσουμε πιο εύκολα. Εξωτερικά είμαστε ένα σώμα και συνεπώς μέρος του κόσμου που τον αντιλαμβανόμαστε ως φαντασία ταυτόχρονα όμως μπορούμε να δούμε και τι υπάρχει μέσα μας, πίσω από το εξωτερικό περίβλημα του σώματός μας.
¨Όταν βλέπω τον εαυτό μου να καλλιεργεί τον αγρό είναι σαν να βλέπω τα σύννεφα στον ουρανό ή ένα τρένο που περνάει. Ωστόσο για τον εαυτό μου ξέρω ότι σκάβω το χώμα για να σπείρω στην συνέχεια τον σπόρο. Δηλαδή η αιτία της φαντασίας μου -να οργώσω τον αγρό-  είναι η θέλησή μου, συνεπώς στον εαυτό μου μπορώ όχι μόνο να αντιληφθώ με τις αισθήσεις μου τον εξωτερικό κόσμο , το περίβλημα, αλλά και τι κρύβεται πίσω από αυτήν φαντασία, τι κρύβεται πίσω από αυτή την παράσταση, μπορώ να διακρίνω την αιτία , το περιεχόμενο πίσω από την εικόνα. Σε σχέση με το υλικό σώμα, το περιεχόμενο είναι η θέληση. Η θέληση είναι το εσωτερικό στοιχείο του ανθρώπου , το σώμα του είναι οι κινήσεις, η εξωτερική πραγμάτωση της θέλησης. Με άλλα λόγια ο άνθρωπος είναι βούληση και παράσταση.
Την σκέψη αυτήν ο Σοπενχάουερ την επεκτείνει τώρα και σε όλα τα άλλα πράγματα του εξωτερικού κόσμου στη φύση. Όχι μόνο τα ζώα και τα φυτά αλλά και τα άψυχα όντα είναι πραγμάτωση μιας εσωτερικής θέλησης , όλος ο κόσμος είναι βούληση και παράσταση. Τη βούληση ο Σοπενχάουερ την ερμηνεύει πλατιά , αναφέρεται σε κάθε κίνηση, σε κάθε παρουσίαση- έκφανση της φύσης. Στα ζώα παρουσιάζεται αυτή η βούληση πιο ξεκάθαρα από ότι στον άνθρωπο, που είναι καλυμμένος με γνώση και η πραγματική του φύση παρουσιάζεται μόνο σπασμωδικά. Στο φυτό δε, η βούληση είναι πιο ατόφια παρουσιάζεται σαν απλή ορμή για ύπαρξη. Χωρίς λόγο και αιτία. Κατά τον Σοπενχάουερ η βούληση, που είναι η αιτία της παράστασης του κόσμου, δεν είναι αυτό που καταλαβαίνουμε σήμερα ως μια αντανάκλαση καθοδηγούμενη από λογική που στοχεύει κάπου, αλλά είναι μια υπόκωφη, ορμέμφυτη ανάγκη ύπαρξης από μόνη της. Είναι η θέληση για την θέληση, είναι η θέληση για την ζωή. Αυτή είναι η δύναμη που κινεί όλη την φύση και τον άνθρωπο με την μόνη διαφορά ότι στον άνθρωπο η βούληση έχει συνείδηση του εαυτού της και ο άνθρωπος δεν θέλει τίποτε άλλο διαφορετικό από αυτό που θέλουν τα ζώα και τα φυτά, να ζήσει και να επιζήσει.
Από αυτή την θεώρηση αλλάζει και η εικόνα που έχει ο Σοπενχάουερ για τον άνθρωπο, ο άνθρωπος δεν κινείται βάση λογικής αλλά βάση ενστίκτων η πιο βαθιά αιτία που μας χαρακτηρίζει είναι άλογη, ο άνθρωπος έχει λογική αλλά δεν είναι αυτή που κυβερνάει την βούλησή του. Η βούληση απλώς μετέρχεται της λογικής για τους σκοπούς της. Χαρακτηριστικότερη έκφανση αυτής της ορμέμφυτης δύναμης της βούλησης είναι η ορμή για συνουσία που κυριαρχεί πάνω σε όλα τα έμβια όντα . Στον άνθρωπο δεν είναι το μυαλό ή η καρδιά το κέντρο ύπαρξής του αλλά τα γεννητικά του όργανα που αποτελούν τρόπο τινά τον αντίπαλο της σκέψης. Στα γεννητικά όργανα διαφαίνεται η συγγένεια του ανθρώπου με τα λοιπά ζώα.
Η θέληση όμως είναι και η αιτία του πόνου, αυτό προκύπτει ήδη εξ ορισμού, η θέληση θέλει συνεχώς κάτι που λείπει. Η θέληση είναι η πηγή της ανικανοποίησης και δεν μπορεί ποτέ να κορεστεί αφού δεν γνωρίζει όρια. Κάθε εκπλήρωση της θέλησης γεννά μια νέα θέληση με τη σειρά της. Όμως καθώς τα όρια εκπλήρωσης είναι πεπερασμένα δημιουργείται συνεχώς ένα χάσμα μεταξύ θέλησης και εκπλήρωσης που στοιχειοθετεί τον πόνο. Ο πόνος αυτός είναι διάσπαρτος στην φύση που λειτουργεί βάση του κανόνα «ο θάνατός σου η ζωή  μου» . Ο άνθρωπος επιπλέον υποφέρει και από τους ίδιους τους ομογενούς του. Οι άγριοι τρώγονται μεταξύ τους ,οι τιθασευμένοι απιστούν μεταξύ τους , κόσμος είναι μια κόλαση όπου οι άνθρωποι είναι σε αυτήν και τυραννημένες ψυχές και δήμιοι ταυτόχρονα. Ο κόσμος είναι μια κόλαση και αιτία της δυστυχίας είναι η βούληση που υπάρχει στην ίδια την φύση,. Συνέπεια αυτής της θεώρησης είναι η καταφρόνηση της αισιοδοξίας της υπαρξιακής προσέγγισης που σταμπάρεται ως κάτι το επιπόλαιο.

Το έργο τελείωσε το 1818 ωστόσο δεν βρήκε την απήχηση που ευχόταν ο συγγραφέας του. Είκοσι πέντε χρόνια μετά ο Σοπενχάουερ θα επανεκδώσει το έργο του συμπεριλαμβάνοντας τώρα και ένα τρίτο και τελευταίο κεφάλαιο .

Εδώ ο Σοπενχάουερ προσπαθεί να δώσει απαντήσεις για το αν είναι δυνατόν να αμβλυνθεί ή να παταχθεί ο πόνος του κόσμου. Δυο δρόμοι υπάρχουν κατά τον Σοπενχάουερ σε αυτήν την προσπάθεια. Ο πρώτος είναι δια της τέχνης.

Παρατηρώντας ένα όμορφο έργο τέχνης θαμπωνόμαστε και χαιρόμαστε με την ομορφιά του και αυτό το αίσθημα δεν συνοδεύεται από καμία παρόρμηση όσο παρατηρούμε το έργο τέχνης. Δεν έχουμε την ορμή να το κατακτήσουμε, να το οικειοποιηθούμε. Στην ατένιση ενός έργου τέχνης απελευθερωνόμαστε από τα δεσμά της θέλησης και κατά συνέπεια από τον πόνο που αυτή συνεπιφέρει. Για λίγες μόνο στιγμές αγγίζουμε μια κατάσταση εσωτερικής ηρεμίας και αγαλλίασης.

Ενώ όμως αυτή η απελευθέρωση από τα δεσμά της βούλησης διαρκεί μόνο για λίγο - όσο βρισκόμαστε μπροστά στο έργο τέχνης - θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε και έναν δεύτερο δρόμο για να απελευθερωθούμε από τα δεσμά της βούλησης: Αυτόν της ασκητικής. Μόνο σε αυτήν την κατάσταση δεν επιθυμούμε, άρα δεν υποφέρουμε. Εδώ φαίνεται η αρχική επιρροή του Βουδισμού πάνω στην φιλοσοφική σκέψη του Σοπενχάουερ.

Πέρα από την απελευθέρωση του ανθρώπου από τον πόνο σε προσωπικό επίπεδο, η κοσμοαντίληψη του εισάγει και μια ηθική πρόταση:  ο άνθρωπος ανακαλύπτει ότι τόσο ο ίδιος όσο και όλη η φύση δεν είναι παρά η φανέρωση της ίδιας της θέλησης. Όλα τα έμβια όντα είναι το αυτό, συνεπώς ο πόνος του ενός , είναι συνάμα και πόνος του άλλου , αφού και τα δύο είναι παράγωγα της ίδιας αιτίας. Ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι η  διαφορετικότητα του από τον άλλον είναι απλώς μια παράσταση, μια απατηλή εικόνα, ενώ η θέληση ως αιτία της εικόνας είναι κοινή για όλη την φύση . Η φύση μοιράζεται μια κοινή αιτία επομένως ο πόνος του ενός είναι πόνος του άλλου αφού η φύση είναι ενιαία.
Το να μην φας μια μέρα καθόλου διότι έδωσες στον άπορο διπλανό σου είναι μια πράξη συμπόνοιας και ανθρωπιάς.

Στο τέλος της ζωής του ο Σοπενχάουερ κληροδότησε όλη την περιουσία του σε φιλοζωικά ιδρύματα αλλά και σε φιλανθρωπικά , παρότι ο ίδιος βαθιά μισάνθρωπος. Ή μήπως όχι; 

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Ο Άνθρωπος είναι πολιτικό ζώον.








Μια μικρή επεξήγηση για τη ρήση του Αριστοτέλη "φύσει μέν στιν νθρωπος ζον πολιτικόν" , τουτέστιν ο άνθρωπος είναι  από τη φύση του πολιτικό ον.

Τί εννοεί , λοιπόν, ο παμμέγιστος;
Ο Αριστοτέλης πίστευε ότι σκοπός της πολιτικής είναι η αρετή, η διαπαιδαγώγηση των πολιτών, η αναζήτηση δια αυτής της ευζωίας. Μόνο με τη συμμετοχή στην πολιτική επιτυγχάνεται η ευζωία. Όχι εκτός. Γιατί; Διότι είναι στη φύση μας, λέει ο Αριστοτέλης. Μόνο αν συμμετέχουμε στην πολιτική, πραγματοποιούμε πλήρως τη φύση μας ως ανθρώπινα όντα.
Και αυτό διότι η φύση δεν κάνει τίποτα τυχαία, εις μάτην, και τα ανθρώπινα όντα, σε αντίθεση με τα άλλα ζώα, είναι προικισμένα με την ικανότητα της γλώσσας. Άλλα ζώα μπορούν να παράγουν ήχους και οι ήχοι μπορούν να φανερώνουν πόνο ή ηδονή. Αλλά μόνο η ανθρώπινη γλώσσα δηλώνει τί είναι δίκαιο και τί άδικο καθώς και να διακρίνει το σωστό από το λάθος. Η γλώσσα είναι το μέσο με το οποίο διακρίνουμε το αγαθό από το κακό, και διαβουλευόμαστε για το πρώτο. Και η διαβούλευση επιτυγχάνεται μόνο στην πόλη.
Μόνο στην πόλη μπορούμε να ασκήσουμε τη γλωσσική μας ικανότητα , να διαβουλευτούμε με τους άλλους σχετικά με τη δικαιοσύνη και την αδικία, και τη φύση της ευζωίας. "Η πόλη υπάρχει φύσει και είναι λειτουργικά πρότερη του ατόμου". Όταν λέει πρότερη, εννοεί λειτουργικά, όχι χρονολογικά. Τα άτομα, οι οικογένειες, οι φυλές υπήρχαν πριν από τις πόλεις, αλλά μόνο στην πόλη μπορούμε να πραγματώσουμε τη φύση μας, μόνο εκεί ολοκληρωνόμαστε, γινόμαστε αυτάρκεις.
Και γιατί αυτός ο στόχος επιδίωξης της αρετής δια της διαβούλευσης επιτυγχάνεται μόνο στα όρια της πόλης και όχι π.χ. μέσα στην οικογένεια, στη φυλή;
Διότι , κατά τον Αριστοτέλη, μόνο στην πόλη αποκτούμε τριβή, συνήθεια στην γλωσσική εξάσκηση με την οποία αναζητείται ως ζητούμενο η αρετή.
Όπως για να παίξει κάποιος καλά τον αυλό, χρειάζεται να εξασκηθεί στο όργανό αυτό και δεν αρκεί να μελετήσει βιβλία ή να ακούσει τον ήχο από αλλού, το αυτό ισχύει και με την αρετή. Μόνο με τη συνεχή άσκηση , την τριβή, εξελίσσεται η πράξη σε συνήθεια. Και αυτή η διαρκής τριβή, η συνήθεια, αποκτάται μόνο εντός της πόλης όπου μπορούμε να εκπληρώσουμε τη φύση μας: Την επιδίωξη της αρετής δηλαδή της ευζωίας.

Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι ο Αριστοτέλης κατανοούσε τη δίκαιη κοινωνία, σε αντίθεση με τον Καντ (ελευθερία) και τους ωφελιμιστές (Τζέρεμι Μπένθαμ), ως μια κοινωνία όπου πρωτεύοντα ρόλο έπαιζε η αρετή και η συνεχής επιδίωξή της από τον καθένα.












Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Freddie Mercury




Ήταν το έτος 1987 όταν οι γιατροί διέγνωσαν οτι έπασχε από την έως τότε άγνωστη ασθένεια, αυτήν της επίκτητης ανοσοανεπάρκειας που θα γίνει σε λίγο γνωστή σ'ολον τον κόσμο με το ακρωνύμιο AIDS.
Το μουσικό κομμάτι που ακολουθεί ηχογραφήθηκε το 90’, ένα χρόνο δηλαδή πριν το θάνατο του και τρία χρόνια από τότε που είχε μάθει για την ανίατη ασθένεια του. Ετσι ήξερε όταν τραγουδούσε, οτι ο στίχος αφορούσε κυρίως τον ίδιο. Η παράσταση θα συνεχιζόταν και χωρίς αυτόν. Τώρα που ο χρόνος μετρούσε πλέον τις ημέρες του αντίστροφα στο αποκορύφωμα της δόξας του. Ο ίδιος δεν κοινοποίησε ποτέ την ασθένεια του δημοσίως αν και την υποψιαζόταν πολύ πριν τη διαγνώσουν οι γιατροί. Την έκανε γνωστή μόλις ένα 24ωρο πριν αποβιώσει στις 24.11.1991. Με το χαμό του θα έσβηνε ουσιαστικά και ένα από τα μεγαλύτερα μουσικά συγκροτήματα στην ιστορία του ροκ. Κατά πολλούς, το καλύτερο που υπήρξε ποτε.
Το συγκρότημα Queen μεσουράνησε στις δεκαετίες 70’ και 80’ πουλώντας εκατομμύρια album σ ‘όλον τον κόσμο, συγκεντρώνοντας σε κάθε συναυλία λαοθάλασσες. Πάνω από 100.000 φανατικοί οπαδοί συναθροίζονταν κάθε φορά για να ακούσουν τον Φρέντι και την παρέα του. Ήταν το πρώτο συγκρότημα που έδωσε συναυλία στο ανατολικό μπλοκ, στη Βουδαπέστη συγκεκριμένα το 1986 τρελαίνοντας κυριολεκτικά τους διψασμένους από ελευθερία ανατολικοευρωπαίους. Η συναυλία που έδωσαν πιο μπροστά στις αρχές της δεκαετίας του 80' στην Αργεντινή , καταγράφηκε ως η συναυλία με τον περισσότερο κόσμο που ειχε συγκεντρωθεί ποτε έως τότε στην ιστορία των συναυλιών. Η περιοδεία " Magic Tour" στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία, ιδιαίτερα η συναυλία που δόθηκε στο Στάδιο Γουέμπλεϋ το 1986, μαζεύοντας πάνω από 300.000 κόσμου σε ένα ασφυκτικά κατάμεστο γήπεδο. Η συγκεκριμένη περιοδεία έμελλε να είναι και η τελευταία τους. Στη μουσική παρακαταθήκη του συγκροτήματος συγκαταλέγονται μουσικά κομμάτια –διαμάντια που φαίνεται να αδιαφορούν για το πέρασμα του χρόνου και εξακολουθούν να ξεσηκώνουν και να συνεπαίρνουν τα πλήθη ακόμα και σήμερα. Κάθε παράσταση του συγκροτήματος ήταν εκτός από μουσική και θέατρο. Πολύ θέατρο. Το εικαστικό μέρος έπαιζε πάντα εναν πρωτευοντα ρόλο στις παραστάσεις τους.
Ο ίδιος ο πρωταγωνιστής της παρέας εκείνης, ο Φρέντι Μέρκιουρι, θεωρείται παγκοσμίως από τις κορυφαίες προσωπικότητες της μουσικής σκηνής και ξεχωρίζει εκτός από τη φωνητική του δυνότητα, που καταλαμβάνει καταμετρημένες δυο ολόκληρες οκτάδες στη μουσική σκάλα, και για την καλλιτεχνική του τόλμη και έμπνευση. Πάντα των άκρων ποτέ των μέσων, ένας αβανγκάρντ της αυτοπαρουσίασης. Ένας εκκεντρικός περφόρμερ του εαυτού του που έδινε το 100 % σε κάθε σκηνή, και το κοινό του το ανταπέδιδε πάντα στο ακέραιο. "I'm just a musical prostitute, my dear" συνίθιζε να λέει χαμογελώντας θέλοντας να δείξει ότι για την τέχνη τα κάνει όλα και δεν τον ενδιαφέρει η γνώμη των άλλων. Αγαπημένος από εκατομμύρια θαυμαστών ένιωθε την ανάγκη να αγαπηθεί και κυρίως αγαπήσει. Δεν τα κατάφερε ποτέ όμως καλά σ αυτόν τον τομέα. Από τη μία το αεικίνητο πνεύμα του και το πυρακτωμένο μυαλό του, απ την άλλη η ομοφυλοφιλία του, τον κράτησαν εντέλει δέσμιο σε μια εσωτερική μοναξιά αν και πάντα περιβεβλημένος από ερωτικούς συντρόφους σ'ολη του τη ζωή. Μάλλον δεν ήταν για κανέναν άνθρωπο εύκολο , να συμπορευτεί μαζί του.
Ο Freddie Mercury ήταν η προσωποποίση της ανάγκης για ελευθερία. Αντίθετος σε δεσμά που κρατάνε τον άνθρωπο εγκλωβισμένο είτε αυτά είναι επιβεβλημένα είτε πηγάζουν εκ των έσω, επεδίωκε σ'όλη του τη ζωή αυτό το υπέρτατο ιδανικό: Την βιωματική εμπειρία της απόλυτης ελευθερίας. Ελευθερίας του πνεύματος, μα κυρίως ελευθερίας του σώματος. Ελευθερία από τις κοινωνικές επιταγές, ελευθερία από τις παραδόσεις, ελευθερία από αξιακούς κώδικες. Aγαπούσε τη ζωή πέρα και πάνω απο συμβιβασμούς και ήθελε να ξεζουμίσει κάθε σταγόνα της. Αυτό ακριβώς ήταν εντέλει και το μοιραίο του.
Στους φίλους του έλεγε πάντα χαριτολογώντας:
"I won't be a rock star. I will be a legend". Φαίνεται ότι μάλλον τα κατάφερε.
Πέθανε σαν σήμερα πριν από 24 χρόνια . Τhe show still goes on.
Φρέντι Μέρκιουρι (05.09.1946-24.11.1991)


Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Περί μοιχείας

Το να χωρίζεις για μοιχεία είναι παιδαριώδες και ανόητο. Υπάρχουν χίλιοι άλλοι λόγοι να χωρίσεις, όχι για αυτόν το λόγο. Το σώμα είναι ιδιοκτησία του φορέα του, όχι του/της συζύγου. Και το κάνει ότι θέλει, το διαθέτει σε όποιον γουστάρει, όποτε γουστάρει, και λογαρισμό δεν έχει να δώσει απολύτως σε κανέναν. Αν ο άλλος το εκλαμβάνει ως προσβολή στο πρόσωπό του, είναι διότι ασκεί δικαίωμα ιδιοκτησίας στο δικό σας σώμα.

Η ιστορία της μοιχείας, απο τη θεσμοθέτηση της ως παραβατικής συμπεριφοράς παλιότερα, όσο και από τις θρησκευτικές της καταβολές στην Αγία Γραφή και αλλού ακόμα παλιότερα, ήταν και είναι απολύτως συνυφασμένη με το κληρονομικό δίκαιο και αποσκοπεί μόνο στη διαφύλαξη και στη περιορισμένη μοιρασιά της ιδιοκτησίας του αντρός μετά το θάνατό του.

Η ιδιοκτησία του ως κληρονομιά έπρεπε να καταλείπεται σε συγκεκριμένους απογόνους του, κατά προτίμση προερχόμενους από νόμιμο γάμο, και όχι σε εξώγαμα μπάσταρδα, που ενδεχομένος να εμφανίζονταν ξαφνικά απο το πουθενά ως κληρονόμοι του.

Προκειμένου λοιπόν να αποφευχθούν οι έριδες και οι σφαγές μεταξύ των τέκνων για την κληρονομιά του μπαμπάκα, και να μην επιβεβαιώνουμε εις τους αιώνες εν τοις πράγμασι κάθε λίγο και λιγάκι αυτο που αργότερα ο Χόμπς θα μας χαρακτηρίσει ως homo homini lupus, για να μην σφαζόμαστε λοιπόν, έπρεπε να κρθεί το πήδημα με σύντροφο ξένο από τον επίσημο, ως αμαρτία , ως απαγόρευση αργότερα στον ΠΚ. 

Ευτυχώς πλέον η μοιχεία έχει καταργηθεί απο τον κατάλογο των ποινικώς κολάσιμων πράξεων σχεδόν όλων των πολιτισμένων χωρών του δυτικού κόσμου.

Ο λόγος είναι απλός. Eδώ και 100 χρόνια περίπου, οι γυναίκες επιτρέπεται να εργάζονται, άρα να έχουν δική τους περιουσία που θα μπορούν να κληροδοτήσουν με τη σειρά τους στους δικούς τους απογόνους. Εχασε ο άντρας το μονοπώλιο της κληροδοσίας.
Κάποτε βέβαια θα καταρηθεί, σε ένα περαιτέρω στάδιο εκπολιτισμού των κοινωνιών, το ξενοπήδημα και ως αμαρτία απο τα θρησκευτικά κείμενα.


Κάντε Σεξ με όποιον θέλετε, έιτε παντρεμένες είτε ελέυθερες, χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς τύψεις. Από τη στιγμή που η γυναίκα χειραφετήθηκε, κοινωνικά, οικονομικά, πολιτισμικά, εξάλειψε και το αμάρτημα της μοιχείας.
ΥΓ (Να κάτι τέτοια παροτρύνω σε όλες και όλους, ακόμα και στην για 40 χρονια παντρεμένη μάνα μου, και παθαίνει απανωτά εγκεφαλικά η καημένη)

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Αποζημιώσεις και κατοχικό δάνειο



Μεταφράζω ελεύθερα χτεσινό άρθρο της γερμανικής εφημερίδας TAZ που θεωρείται από τις πλέον σοβαρές εφημερίδες στη Γερμανία, όσον αφορά τις κατοχικές αποζημιώσεις της Ελλάδας και το κατοχικό δάνειο, θέμα που πραγματεύονται αυτόν τον καιρό πολλές άλλες γερμανικές εφημερίδες.
«Η γερμανική κοινή γνώμη δέχεται αυτές τις ημέρες , κυρίως από εφημερίδες όπως η Bild, που ανήκει στον γνωστό εκδοτικό οίκο Σπρίνγκερ, στρεβλές αλήθειες όσον αφορά τα χρήματα που θέλει ο Τσίπρας να διεκδικήσει από τη Γερμανία και που αφορούν τις πολεμικές αποζημιώσεις.
Θα πρέπει να διαχωρίσουμε τις αποζημιώσεις από το κατοχικό δάνειο και να δούμε με νηφάλιο μάτι , ποιές απαιτήσεις είναι εν τέλει δικαστικώς επιδιώξιμες και ποιες όχι.
Καταρχάς υπάρχουν αγωγές αποζημιώσεων από φυσικά πρόσωπα, που υπέστησαν την θηριωδία της ναζιστικής επέλασης από τον Απρίλιο 1941 έως Οκτώβριο του 1944. Συγκεκριμένα οι επιζήσαντες του ναζιστικού τρόμου στο Δίστομο επέτυχαν απόφαση από ανώτατο ελληνικό δικαστήριο, σύμφωνα με την οποία δικαιούνται χρηματική αποζημίωση. Το αντίστοιχο γερμανικό ανώτατο δικαστήριο όμως απέρριψε το ίδιο αίτημα των παθόντων. Την ίδια αποτυχία είχαν τα θύματα και σε διεθνές επίπεδο, αφού το Δικαστήριο της Χάγης αποφάσισε τον Ιανουάριο 2012 βάσει της αρχής της «κρατικής ασυλίας», σύμφωνα με την οποία απορρίπτονται κατ’ αρχήν οι αγωγές φυσικών προσώπων κατά το κράτος της Γερμανίας.
Το επιχείρημα που προέβαλαν τα θύματα του Διστόμου, ότι η παραπάνω αρχή δεν πρέπει να ισχύει στις περιπτώσεις βαριών εγκλημάτων πολέμου, απερρίφθηκε διότι αυτή η εξαίρεση δεν έχει καταστεί ακόμη εθιμικό δίκαιο σε διεθνές επίπεδο.
Η Διεθνής Αμνηστία κριτικάρει την παραπάνω απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, λέγοντας ότι προτάσσει τα συμφέροντα των κρατών πάνω από τα ανθρωπινα δικαιώματα. Η απόφαση αυτή είχε ως πρακτικό αποτέλεσμα , τα θύματα του Διστόμου να μην μπορούν πλέον να διεκδικήσουν το ιστορικό δίκιο τους δικαστικώς ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου. Τουλάχιστον όχι ως φυσικά πρόσωπα. Η μόνη τους ελπίδα θα είναι μια συνεννόηση, ένας συμβιβασμός σε άλλη βάση. Μεταξύ των δυο κρατών.
Ως συνήθως οι αποζημιώσεις διαπραγματεύονται και εκπληρώνονται από το υπόχρεο κράτος κατά κανόνα σε διμερές επίπεδο. Η ίδια η Χάγη , αναγνωρίζοντας το βάσιμο του αιτήματος των θυμάτων, παραπέμπει αυτά στον δρόμο της διπλωματικής διευθέτησης μεταξύ των δυο εμπλεκομένων κρατών. Παρόμοια χειρίστηκε το Δικαστήριο την υπόθεση μεταξύ Κροατίας κατά Σερβίας, όπου με απόφαση του προέτρεψε τα εμπλεκόμενα μέρη να τα «βρούνε μεταξύ τους».
Τίθεται λοιπόν εδώ το ερώτημα, γιατί από το 1945 έως σήμερα, δεν διευθετήθηκε το εν λόγω θέμα μεταξύ της Ελλάδας και Γερμανίας σε διμερές επίπεδο κρατών.

Ως γνωστόν, το συνέδριο αποζημιώσεων του Λονδίνου κατέληξε με την από 27.02.1953 συμφωνία , σύμφωνα με την οποία, ΑΝΑΒΛΗΘΗΚΕ η όποια συζήτηση και διευθέτηση των αποζημιώσεων , γενικά, έως τη σύναψη μιας τελικής «συμφωνίας ειρήνης» δηλαδή, την επανένωση της Γερμανίας.
Όταν μετά από 37 χρόνια πραγματοποιούνταν η επανένωση της Γερμανίας, η γερμανική κυβέρνηση υπό του Κόλ , έκανε τα πάντα ώστε να αποκρύψει και να ξεχάσει την υποχρέωση της αυτή, που είχε συμφωνηθεί στο Λονδίνο το 1953.
Η επανένωση της Γερμανίας πραγματοποιήθηκε με τη «συμφωνία 2+4» αντί του «συμφώνου Ειρήνης» που είχε προαποφασιστεί να ονομαστεί. Σύμφωνα με τα τότε δημοσιεύματα το 1990, προκρίθηκε η εν λόγω ονομασία από τη γερμανική κυβέρνηση ακριβώς για αυτόν το λόγο. Να μην ενεργοποιηθούν οι αξιώσεις των υπό την ναζιστική κατοχή καθημαγμένων χωρών. Έτσι , επίσημα, η Γερμανία δεν υπέγραψε ποτέ ένα τέτοιο σύμφωνο ειρήνης . Ο τότε υπουργός εξωτερικών της Γερμανίας Γκένσερ επισήμανε σε τότε δημοσιεύματα ότι , το «σύμφωνο 2+4» υπεγράφη από τις 4 μεγάλες δυνάμεις και τα λοιπά κράτη μέλη δεσμεύονται από τη συμφωνία αυτή αφού δεν προέβαλαν αντιρρήσεις, με αποτέλεσμα να πάνε περίπατο και οι αξιώσεις τους, αφού δεν υπεγράφη ποτέ κανένα σύμφωνο ειρήνης με όλα τα κατεχόμενα κράτη όπως είχε συμφωνηθεί να γίνει στο Λονδίνο το 1953.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο, επεμβαίνει η Ελλάδα και υποστηρίζει ότι δεν παραιτήθήκε ποτέ σιωπηρώς το 1990 (όταν έγινε η επανένωση και υπογράφηκε άλλο σύμφωνο αντί του προβλεπόμενου) από τις αξιώσεις της , μη προβάλλοντας ένσταση κατά του συμφώνου 2+4.
Η Γερμανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Ελλάδα, λαμβάνοντας γνώση του νέου συμφώνου 2+4, αναγνώρισε τις νομικές επιδράσεις του νέου συμφώνου, εις αντικατάσταση του άλλου, με αποτέλεσμα να δεσμεύεται και αυτή από αυτό το σύμφωνο. Ήτοι, να παραιτήθηκε σιωπηρώς από τις όποιες αξιώσεις πολέμου της που θα λύνονταν με το σύμφωνο Ειρήνης, μιας και το νέο σύμφωνο αυτό, διευθετεί και επιλύει όλες τα εκ του πολέμου προκύψαντα ζητήματα.
Με λίγα λόγια, η Γερμανία απέφυγε τότε το 1990 επίτηδες να ονομάσει το σύμφωνο που υπεγράφη ως σύμφωνο ειρήνης, και προτίμησε την ονομασία « σύμφωνο 2+4», ακριβώς για να αποφύγει τις αποζημιώσεις που έπρεπε να καταβάλει στα κράτη που υπέστησαν τη ναζιστική θηριωδία.
25 χρόνια μετά, το 2015, η γερμανική κυβέρνηση υποστηρίζει σθεναρά ότι το παραπάνω σύμφωνο επέχει θέση συμφώνου Ειρήνης, και μιας και η Ελλάδα τότε δεν προέβαλλε καμία αντίρρηση, κατέπεσε και η αξίωση της .
Κάτι άλλο ισχύει όμως όσον αφορά το κατοχικό δάνειο που έλαβε η γερμανική κατοχική δύναμη από την τράπεζα της Ελλάδας. Το εν λόγω δάνειο φοβίζει ιδιαίτερα τη γερμανική κυβέρνηση μιας και η δικαστική του επιδίωξη έχει βάσιμες πιθανότητες επιτυχίας. Ως εκ τούτου, προσπαθεί λυσσασμένα να κατατάξει και αυτήν την υποχρέωση της ως αποζημίωση, ώστε να μην είναι και αυτό το αίτημα δικαστικό επιδιώξιμο όπως οι λοιπές αποζημιώσεις.
Η λεπτή διαφορά όμως έγκειται στο ότι το κατοχικό δάνειο συνήφθη όχι για έξοδα κατοχής της ναζιστικής διοίκησης στην Ελλάδα, αλλά για να χρηματοδοτηθούν τα Afrikakorps του Ρόμελ.
Επίσης το κατοχικό δάνειο που υπεγράφη τον Μαρτιο 1942, άρχισε ήδη αν αποπληρώνεται ακόμα όταν η Ελλάδα ήταν υπό ναζιστική κατοχή, αφού, όταν αποχώρησαν τον Οκτώβριο του 1944 τα γερμανικά στρατεύματα από την Ελλάδα, από το αρχικό κεφάλαιο των 568 εκατομμυριών Μάρκων του ράιχ, απέμειναν για αποπληρωμή μόνο τα 476 εκ μάρκα.
Το παραπάνω ποσό των 476 εκ μάρκων εκτιμάται σήμερα από οικονομολόγους στα 11 δις εκ ευρώ.
Ωστόσο, παρά τις αποδείξεις περί σύναψης του εν λόγου κατοχικού δανείου, η σημερινή γερμανική κυβέρνηση αρνείται την ύπαρξη του, ήτοι, την θεώρηση του ως δάνειο και το κατατάσσει ως αποζημίωση. Η ίδια επιστημονική επιτροπή της γερμανικής Βουλής σε ανεπίσημο έγγραφό της προς την καγκελάριο αναφέρει ότι το εν λόγω δάνειο δεν συγκαταλέγεται υποχρεωτικά στις αποζημιώσεις.
Εδώ και δεκαετίες λοιπόν η γερμανική πλευρά δικαιολογείται και υπεκφεύγει αναίσχυντα την παραπάνω συζήτηση περί αποζημιώσεων και δανείων. Από τη μια συμψηφίζουν τις απαιτήσεις των ελλήνων με χρήματα που δόθηκαν μέσω της ΕΕ, λες και τα χρήματα προήλθαν κατευθείαν από τα γερμανικά ταμεία, από την άλλη δικαιολογούνται με το ήδη υψηλό κόστος της επανένωσης της Γερμανίας, πράγμα απαγορευτικό για όποια συζήτηση περί πληρωμής χρημάτων και σε άλλες χώρες."

Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2015

Ο γιος του πατέρα μου









Πατρώνυμο στον δυτικό κόσμο δεν υπάρχει. Ή τουλάχιστον δεν χρησιμοποιείται για να ταυτίσει ένα άτομο. Πέραν του ονοματεπωνύμου, ο κάθε Βορειοευρωπαίος έχει και χρησιμοποιεί σαν περαιτέρω προσδιοριστικό στοιχείο του ατόμου την ημερομηνία γέννησης του. Έτσι ο Ζαν είναι ο Ζαν Μορίς, γεννηθείς την 02.03.1983 και ο Χάνς είναι ο Χάνς Φίσερ , γεννηθείς την 02.01.1959.
Στην Ελλάδα χρησιμοποιείται κατά κόρον το πατρώνυμο αντί της ημερομηνίας γέννησης. Δηλαδή ο Βασίλης είναι του γιος Γεωργίου , ο Δημήτρης είναι του Παντελή και η ημερομηνία γέννησης του δεν είναι επαρκές στοιχείο ή τέλος πάντων δευτερεύον και αδιάφορο στην ταυτοποίηση του
.
Ιστορικοί οι λόγοι μεταξύ άλλων, σίγουρα. Όταν τα κράτη είχαν μητρώα των πολιτών τους, (ΓΙΑΤΙ είχαν τόσο εσπευσμένα μητρώα των πολιτών τους τα κράτη , δεν ενδιαφέρει εδώ), εμείς όχι κράτος, αλλά ζούσαμε στα βουνά και τα λαγκάδια. Ούτε πόλεις δεν υπήρχαν.
Αλλά δεν είναι μόνο ζήτημα ιστορικό αναγόμενο σε αδυναμίες ύπαρξης και τήρησης καταλόγων πολιτών δηλαδή στην έλλειψη κρατικής , οργανωμένης οντότητας..
Είναι και πολιτιστικό το θέμα. Βαθειά πολιτιστικό. Που για να υπάρξει όμως πολιτισμός, χρειάζεται τις ........πόλεις. Πολιτισμός σοβαρός έξω από την πόλη ούτε υπήρξε ποτέ, ούτε θα υπάρξει ποτέ στο μέλλον. Τα όσα σημαντικά ΄η ασήμαντα  ιδιάζοντα σε πολιτισμό που δημιουργήθηκαν ή καλλιεργήθηκαν στα χωριά , δεν έχουν σχέση με σοβαρό πολιτισμό αλλά είναι φολκλορικές επιταγές, δημιουργούμενα από την ανάγκη ύπαρξης συνεκτικής ουσίας μεταξύ των χωριατών. Για να αναγνωρίζονται και να μην σφάζονται μεταξύ τους .
Λέγαμε λοιπόν ότι το πατρώνυμο δεν χρησιμοποιείται στην εσπερία σε αντίθεση στην καθ΄ ημάς ανατολή. Και είναι πολιτιστική επιλογή ή επιταγή. Διότι στην Δύση δημιουργήθηκε και καλλιεργήθηκε ή έννοια του ατόμου. Της αυθύπαρκτης , ανεξάρτητης ελάχιστης μονάδας εντός ενός κοινωνικού συνόλου. Το άτομο,  με νομική υπόσταση, δεν προσδιορίζεται ως ο υιός κάποιου άλλου. Δεν είναι συνέχειά του, δεν είναι η περιουσία του (το κτητικό άρθρο «του» που χρησιμεύει μετά το επώνυμο για το πατρώνυμο, αυτό ακριβώς δηλώνει  εν τέλει).
Δεν νοείται να πεις δηλαδή στη Γερμανία τον Χάνς γιο «του» Μίχαελ. Θα σε πάρει και θα σε σηκώσει. Θα σου πει ότι δεν είναι ούτε ιδιοκτησία, ούτε παρακολούθημα του πατέρα του και θα σε διαολοστείλει. Και με το δίκιο του  ως ένα βαθμό.

Σε μας η δήλωση  «ο υιός του τάδε ή του δείνα» ήταν επαρκές στοιχείο προσδιορισμού κάποιου. Διότι, κυρίως στα χωριά, που ήταν όλη η Ελλάδα στη νεότερη ιστορία της και συνεχίζει να είναι μέχρι σήμερα εν πολλοίς, ο τρίτος δεν χρειάζεται να σε ξέρει προσωπικά για να βγάλει συμπεράσματα για σένα αν ξέρει τον πατέρα σου. Η περαιτέρω γνωριμία δηλαδή η δικιά σου με τον τρίτο, ξεκινά από μια συγκεκριμένη αφετηρία κι όχι από το μηδέν αφού γνωρίζει τον πατέρα σου.

Κατάπτυστος πολιτισμικός αταβισμός θα έλεγε κάποιος ευρωπαίος. Ίσως. Ίσως όμως κι όχι . Διότι η πατρωνυμική ταυτοποίηση χρησιμεύει τα μάλα στο να γνωρίζει ο ένας τον άλλον, ακόμα και τις ρίζες του, εξαρχής. Κατά ακολουθία μπορεί να υπάρξει κοινωνικός έλεγχος του ενός από τον άλλον. Κάποιον ουρανοκατέβατο λίγο δύσκολα τον ελέγχεις, έμμεσα ή άμεσα, αφού δεν γνωρίζεις από πού κρατά η σκούφια του και τι καπνό φουμάρει. Είναι δηλαδή εν τέλει θέμα κοινωνικού ελέγχου, θέμα βουκολικής συνήθειας, αγόμενη στην προστασία του χωριάτη. Γι’ αυτό αρμόζει και περισσότερο στα χωριά με τις κλειστές κοινωνίες τους.

Επιπλέον, έχει και κάποια λογική βάση. Κάθε συνήθεια εφόσον επικράτησε επί γενεές γενεών για χιλιάδες χρόνια, έχει κάποια  χρησιμότητα (βλέπε πάνω) και συνεπώς λογική. Διότι, πόσοι από μας διαφέρουν τελικά πραγματικά από τους άμεσα προγόνους τους; Ένα απειροελάχιστο ποσοστό. Οι λοιποί είναι αντιγραφή των γονέων τους που διαφέρουν μόνο στα πολύ επιμέρους χαρακτηρολογικά στοιχεία απ’ αυτούς.

Συνεπώς ο γιος του τάδε, ή η κόρη της δείνα ......σίγουρα ομοιάζει σε μεγάλο ποσοστό στον πατέρα  του ή στην μητέρα της. Σε σπάνιες μόνο περιπτώσεις, και μόνο κατόπιν συστηματικής καλλιέργειας του ατόμου,  υπάρχει σαφής διάκριση με τα χρόνια με ους πλάστες μας.
Και μην μου πει τώρα κανένας ότι κάθε άνθρωπος είναι ξεχωριστός με δικό του χαρακτήρα και άλλα φαιδρά, αφού αφενός μιλάμε αφαιρετικά και αφετέρου  θα φωνάξω κανέναν Βορειοευρωπαίο να κρίνει τα άτομα , και τα πρόσωπα εδώ στην Ελλάδα και γενικά όλο το σόι.

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Περί μεγαλοφυών





Έχουμε ανάγκη από ιδιοφυίες; Ναι, αλλά μόνο για να σημαδεύουμε τις καμπές και για να προσδιορίζουμε με μεγαλύτερη ευκολία τους πόθους καιι προσδοκίες μιας εποχής. Άρα τον μεγαλοφυή , φερ ειπείν τον μεγαλοφυή καλλιτέχνη, τον αναμένουμε όταν τα πραγματα απο αισθητικής άποψης έχουν ωριμάσει τόσο πολύ, όταν οι καλοί καλλιτέχνες είναι τόσοι πολλοί, που δεν μπορεί παρά μέσα από τους πολλούς καλούς καλλιτέχνες, να ξεπεταχτούν μερικοί άριστοι και μέσα από τους άριστους ένας ή περισσότεροι ιδιοφυείς. Ενώ ανάμεσα στους ιδιοφυείς είναι πολύ πιθανό να υπάρξει μια μεγαλοφυΐα, δηλαδή ένας ηγέτης, ένας καθοδηγητής που θα έρθει να εκπληρώσει κάποιες προσδοκίες. 
Και σε τι συνίστανται αυτές οι προσδοκίες; Αφενός σε μια αναμφισβήτητη κορύφωση του δοκιμασμένου. Ταυτόχρονα όμως πέρα από την κορύφωση, ο μεγαλοφυής προτείνει, παρουσιάζει, αποκαλύπτει το νέο, το καινούργιο, το άγνωστο. Αποτελεί τη γέφυρα από το παλιό στο νέο. Γνωρίζει το παλιό καλά, αλλά το αντιμετωπίζει άφοβα, έτοιμος να το καταβαραθρώσει. Το χρησιμοποιεί για δικά του σχέδια, βαστάζει πάνω στο δοκιμασμένο απλώς για να κάνει τη δουλεία του που έχει κατά νου. Αποκαλύπτει τα αφανέρωτα. Ανοίγει το δρόμο που θα περπατήσουν οι υπόλοιποι. Είναι ο δημιουργός που υποδεικνύει μια διέξοδο από μια εποχή, στην οποία έχουν πλέον εξαντληθεί τα εκφραστικά της μέσα και βαδίζει προς το τέλος της.

Στην ιστορία της ανθρωπότητας υπήρχαν λίγες μεγαλοφυΐες. Τόσο στις επιστήμες, όσο και στις τέχνες. Παραδείγματος χάριν στον χώρο της υποκριτικής. Η δεκαετία του 50' ήταν η εποχή που είχε το προνόμιο να φιλοξενεί ξακουστά ταλέντα υποκριτικής, το ένα πιο δυνατό από το άλλο, όλα αναντίρρητα ιδιοφυΐες. Λώρενς Ολιβιές, Τσάρλς Λόουτον, Κλάρκ Γκέιμπλ, Ερολ Φλίν, Τζείμς Μείσον, Κάρι Γκραντ κ.α., ήταν η Αβανγκάρντ του χώρου. Η έκφραση των συναισθημάτων των σκιωδών χαρακτήρων γινόταν κυρίως με λόγια. Αυτό ήταν το κυρίαρχο μέσο έκφρασης της εποχής στο πανί της μεγάλης οθόνης. Και κάπου εκεί, εκ του πουθενά, ανάμεσα στην κυρίαρχη αγγλική σχολή υποκριτικής, ξεπετάγεται ένας ανώνυμος 23χρονος Αμερικανός, που δεν παίζει απλώς κάποιον ρόλο, δεν "γεμίζει" έναν σκιώδη χαρακτήρα, όπως έκαναν τα μεγαθήρια πάνω, αλλά, τον ζει. Με το σώμα του. Με την ψυχή του. Χάνεται μέσα στο ρόλο και δεν υπάρχει πλέον κανένας ηθοποιός. Υπάρχει μόνο ο χαρακτήρας που υποδύεται. Ηθοποιός και σκιώδης χαρακτήρας έσμιξαν αξεδιάλυτα σε ένα και το αυτό. Σίγουρα κατά την επιθυμία του Στανισλάβσκι. Και ταράζει ο 23χρονος συθέμελα το σύμπαν με το πρωτοφανέρωτο ταλέντο του. Δεν είναι ότι σε πείθει για τον ρόλο που υποδύεται. Δεν είναι ότι σου προκαλεί τα συναισθήματα που περιμένεις να σου προκαλέσει ο ρόλος που υποδύεται. Είναι κυρίως ότι σου προκαλεί συναισθήματα που σου ήταν ως τώρα άγνωστα σε σένα τον ίδιο τον θεατή, καθώς τον βλέπεις στην οθόνη.
Εκεί έγκειται η μεγαλοφυΐα του. Δεν ξέρεις πώς θα είναι στο επόμενο δευτερόλεπτο η επόμενη αντίδρασή του, δεν έχει ιδέα ποια στάση σώματος θα πάρει καθώς θα μιλήσει στην Μπλάνσετ, δεν φαντάζεσαι πώς θα πει αυτά που του επιτάσσει να πει το σενάριο.
Απλώς κάθεσαι και τον παρακολουθείς αποχαυνωμένος, παρασυρμένος από κάτι το μαγνητικό που εκπέμπει που δεν προσδιορίζεται και δεν μπορείς να το διαχειριστείς.


Είχε γεννηθεί μια μεγαλοφυΐα.

Έκτοτε κάθε ηθοποιός του σινεμά θα αναμετριέται με αυτόν και με το εκτόπισμα του επί της σκηνής. Αποτελεί πλέον μέτρο σύγκρισης για όλους, η λυδία λίθος του ίδιου τους του παιξίματος. Από τον Ντε Νίρο, τον Πατσίνο, Ντυβάλ, κ.ο.κ.


Το όνομα αυτού, Μάρλον Μπράντο.

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Οδηγίες πλεύσης







Ο Μπρεχτ μέσα από τα έργα του έθεσε τα μεγάλα διλήμματα του πολιτικού ανθρώπου, της Ιστορίας και της πολιτικής ηθικής. Θα ήταν λοιπόν χρήσιμο να ανθολογήσουμε τις ιδεολογικές θέσεις του.

Κατά καιρούς, όπως επιστρέφουμε στους αρχαίους, στους ευρωπαϊκούς κλασικούς, καλό είναι να ξαναγυρίζουμε και στους πιο κοντινούς μας συγγραφείς , που εκτός των άλλων ΄εχουν και την εμπειρία γεγονότων, καταστάσεων και ιδεολογικών συνδρόμων, σύμφυτων με τις δικές μας συχνά αιματηρές και οδυνηρές πληγές.
Έτσι βρίσκω διδακτικό (με την έννοια που πήρε αυτός ο όρος στη θεατρική ιστορία του Μεσοπολέμου) να καταφύγω στα από σκηνής μαθήματα που μας έδωσε ο Μπέρτολτ Μπρεχτ.

Στη «Μάνα κουράγιο και τα παιδιά της», η κεντρική θέση που υπερασπίζεται σκηνικά είναι πως στις μεγάλες κρίσεις και όχι μόνο στου πολέμους, οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Το πρόβλημα της επιβίωσης για έναν φτωχό είναι να εκμεταλλευτεί, πέρα από τα όρια όποιας ηθικής, τις συνθήκες. Έτσι εξηγεί την αλλοτριωτική μηχανή που καθιστά συχνά τον άνθρωπο μέσα από την κρίση θηρίο ανελέητο, αναίσθητο και ηθικά κυνικό. Μια μάνα που ζει πουλώντας τα αναγκαία στον στρατό, όταν της φέρνουν νεκρό το γιο της που έχει γίνει μισθοφόρος του εχθρού, αρνείται ότι τον γνωρίζει για να διασώσει την πραμάτειά της και το ψωμί των άλλων παιδιών της.

Στον «Καλό άνθρωπο του Σετσουάν» ο Μπρεχτ θέτει το άτεγκτο ερώτημα στο κοινό, όλων των εποχών: «Μπορεί μέσα σε μια κοινωνία διαφθοράς, διαπλοκής, ασυδοσίας, ανομίας, κλοπής, εγκληματικότητας, ένας άνθρωπος να είναι καλός, άμεμπτος, αγνός, αδωροδόκητος, έντιμος;» Πηγαίνοντας πιο πέρα από τον Ντοστογιέφσκι του «Ηλιθίου», ο Μπρεχτ θεωρεί πως ο υποτιθέμενος καλός άνθρωπος μέσα στην κοινωνία των λύκων , μετατρέπεται σε λεία, θύμα και άθυρμα. Για να στηριχτεί η μαρξιστική διατύπωση πως για να αλλάξει ο άνθρωπος πρέπει να αλλάξει η κοινωνία ολόκληρη. 

Στο έργο του Μπρεχτ « Ο άνδρας είναι άνδρας» ένας παρίας, ένας περιθωριακός, ένας  άνεργος από αφέλεια ή από απόλυτη ανάγκη εντάσσεται σε μια δομή εξουσίας και από ρακένδυτος, αποσυνάγωγος, φορώντας στολή μεταστοιχειώνεται σε γρανάζι του εξουσιαστικού μηχανισμού για να καταστεί τελικά τύρρανος ,α αφοσιωμένος υπηρέτης του συστήματος. Γνωρίζουμε εξάλλου και στον τόπο μας  πως οι βασανιστές Αστυνομίας και ΕΣΑ αλιεύονταν από λαϊκές τάξεις, αγράμματα παιδιά , άνεργα, που ασκώντας εξουσία μεταποιούνταν σε τυφλά όργανα, φανατικά στελέχη της τυραννίας. 

Στο «Βίο του Γαλιλαίου», ο Μπρεχτ ασχολείται με τα προβλήματα και τα αδιέξοδα των διανοουμένων, των επιστημόνων κ.τ.λ. Σε μια κοινωνία εμπορευματική, κερδοσκοπική και τοκογλυφική, ένας επιστήμονας ή ένας στοχαστής θα μείνει στο περιθώριο, θα πεθάνει από την πείνα, αν δεν αποφασίσει να γίνει χρήσιμος στο σύστημα προσφέροντας πρακτικές εφαρμογές που θα βελτιώνουν τις παραγωγικές μηχανές, την ασφάλεια και τη χρηστική διάρκεια των εργαλείων. Από τη ν άλλη, αν ενταχθεί σε ιδεολογικές ομάδες, ακόμα και εχθρικές προς το κυρίαρχο κοινωνικό σύστημα, οι ιδέες και θεωρίες του οφείλουν να προσαρμόζονται στο πολιτικό, θρησκευτική ή ηθικό δόγμα που διέπει  την ομάδα ή τη φράξια. Αλλιώς, στην καλύτερη περίπτωση, απορρίπτεται ή εξορίζεται και στη χειρότερη, ανεβαίνει στο ικρίωμα ή στην πυρά. Θυμηθείτε τον Σωκράτη, τον Τζορντάνο Μπρούνο, τον Ζαχάροφ.

Στην «Όπερα της δεκάρας» ο Μπρεχτ, πέρα από τη σκηνική απόδειξη του προσοσιαλιστικού στοχασμού «το τραπεζικό σύστημα είναι νόμιμη κλοπή», θεμελιώνει σκηνικά την  άποψη πως,  «η κλοπή μιας τράπεζας είναι πταίσμα μπροστά στην ίδρυση της τράπεζας» . Σε αυτήν την ανελέητη σάτιρα του αστικού συστήματος Ο Μπρεχτ διαπιστώνει πως το παράνομο εμπόριο, η πορνείας, η διακίνηση ναρκωτικών ευδοκιμούν χάρη στην υποστήριξη της αστυνομίας και πως η σύγκρουση συμφερόντων ωθεί ανθρώπινες ομάδες στην οργανωμένη επαιτεία , στην εκμετάλλευση της μικροαστικής υποκρισίας για φιλανθρωπία και το κουκούλωμα από την ανώτατη εξουσία του εγκλήματος αλλά και στον συμβιβασμό της Δικαιοσύνης με την παρανομία.

Στον «κύκλο με την κιμωλία» θέτει το καίριο ερώτημα σε ποιόν ανήκουν τα παραγωγικά εργαλεία ή η εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών φυσικών πηγών. Και η απάντηση που δίνει είναι πως τα παραγωγικά εργαλεία, οι μηχανές , οι μέθοδοι, οι διαδικασίες ανήκουν σε αυτούς που τα εργάζονται και όχι σ αυτούς που τα άρπαξαν και πλουτίζουν με την υπεραξία του εργατικού μόχθου.
Αυτά . Και αν τα αξιολογήσει κανείς , ίσως φανούν χρήσιμα στους δύσκολους καιρούς που διανύουμε.

Κώστας Γεωργουσόπουλος

(Το παραπάνω άρθρο γράφηκε στις 16 Ιουλίου 2011 στην κυριακάτικη έκδοση της εφημερίδας «Τα Νέα».)

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

Albert Camus




Μερικές φορές, ο μαθητής Albert Camus ελπίζει κρυφά να μην περάσει τις εισαγωγικές εξετάσεις για το Γυμνάσιο. Από την μια ονειρεύεται να τελειώσει το σχολείο και να μπει στο Πανεπιστήμιο, να διεισδύσει στον κόσμο των βιβλίων και της γνώσης. Όμως αν διαλέξει αυτόν το δρόμο, το διαισθάνεται, θα αφήσει για πάντα πίσω την οικογένειά του. Και πράγματι: Με κάθε λέξη που θα γράφει αργότερα ως συγγραφέας , προς το δρόμο για το νόμπελ λογοτεχνίας, θα απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την πατρίδα του και από την οικογένεια του. Που δεν γνωρίζει τίποτα περί λογοτεχνίας. «Δεν μπορούσα να ζήσω την ζωή τους, που ήταν μέσα στην άγνοια» δήλωσε χρόνια αργότερα στην αυτοβιογραφία του. Νιώθει γι' αυτό του το αίσθημα ένα είδος ενοχής.

Ο Albert Camus γεννήθηκε στις 7. Νοεμβρίου 1913 σε μια μικρή πόλη στην Αλγερία, που ήταν τότε γαλλική αποικία. Ο πατέρας του ήταν εργάτης. Λίγο μετά τη γέννησή του , ο πατέρας του στρατολογείται στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, όπου και σκοτώνεται σε μάχη κοντά στη Μάρνη. Ο Camus δεν θα τον γνωρίσει ποτέ. Μεγαλώνει μαζί με την μητέρα , τη γιαγιά και το θείο του. Και οι τέσσερεις μοιράζονται ένα μικρό διαμερισμάκι σε μια φτωχογειτονιά στο Αλγέρι. Η μητέρα του έχει πρόβλημα ακοής και ομιλίας. Το λεξιλόγιό της είναι αυτό ενός μικρού παιδιού. Ο θείος είναι κωφάλαλος.

Είναι οι δάσκαλοί του που θα του αποκαλύψουν έναν κόσμο περά αυτόν της σιωπής που είχε συνηθίσει : τη λογοτεχνία. Ο Camus αποξενώνεται όλο και περισσότερο από την οικογένειά του. Η λέξη «βιβλιοθήκη» είναι άγνωστη στη μάνα του. Αυτά που μαθαίνει στο σχολείο, δεν μπορεί να της τα εξηγήσει. Ούτε στη γιαγιά του. Νιώθει εντελώς μόνος. Σε κάθε σχολική εκδήλωση που συνοδεύεται από τη μαμά του, ντρέπεται για τα φτωχικά της ρούχα και την ανεπιτήδευτη συμπεριφορά της. Αμέσως μετά μετανιώνει οικτρά που ντράπηκε.
Μετά το σχολείο ξεκινά τις σπουδές του στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου στο Αλγέρι. Στο πρώτο κιόλας εξάμηνο, «κλέβει» από τον κολλητό του τη φίλη του και την αρραβωνιάζεται.

Η Simone Hié είναι εξωστρεφής, όμορφη . Είναι ένα κορίτσι από καλό σπίτι, φοράει καπέλα, μοντέρνα μεταξωτά φουλάρια και ψηλοτάκουνα. Ο Camus αρχίζει κι αυτός να καλλωπίζεται. Βάζει ζελέ στα μαλλιά του , φορά σακάκι και παπιόν. Μαζί με φίλους ιδρύει μια θεατρική ομάδα, γράφει άρθρα σε εφημερίδες και γίνεται μέλος του κουμουνιστικού κόμματος. Είναι το «Must» της εποχής για κάθε διανοούμενο το να εγγράφεται στο ΚΚ. Αν και λίγο αργότερα θα αποχωρήσει από το κόμμα, την εποχή εκείνη γράφει ασταμάτητα άρθρα και δίνει διαλέξεις για το φασισμό που εξαπλώνεται στην Ευρώπη και για το χρεοκοπημένο καπιταλιστικό τραπεζικό σύστημα. Σε κάθε του ομιλία, παρίσταται ενας τουλάχιστον αστυνομικός.
Το Πανεπιστήμιο του απέχει μόλις μια ώρα από το σπίτι του. Αυτό όμως απέχει μια ζωή από τον ίδιο. Την μάνα του την επισκέπτεται όλο και πιο αραιά.

Παιδί όταν ήταν , αρρωσταίνει από πολιομυελίτιδα. Στα 16 του νοσηλεύεται για μήνες ολόκληρους σε κρίσιμη φάση σε σανατόριο. Θα αναρρώσει τελικά αλλά δεν θα γιατρευτεί ποτέ πλήρως. Αρχίζει και παίζει ποδόσφαιρο. « Ότι έμαθα στη ζωή μου για την ηθική και για τις ανθρώπινες υποχρεώσεις, το έχω μάθει στο ποδόσφαιρο», θα πει αργότερα . Παράλληλα με τις σπουδές του δουλεύει σε περιστασιακές δουλειές από όπου αποκερδίζει αρκετά χρήματα , για να κάνει ταξίδια. Γερμανία Αυστρία, Τσεχοσλοβακία είναι οι πρώτοι τους σταθμοί. Στα ταξίδια του μαθαίνει ότι η γυναίκα του τον απατά. Είναι εθισμένη στους άντρες και στη μορφίνη. Πλαγιάζει με το ιατρό της και ως αντάλλαγμα έχει απροσμέτρητες ποσότητες μορφίνης. Όταν χωρίζει τελικά από τη γυναίκα του, είναι μόλις 23 ετών. Στο βιογραφικό του καταγράφονται ήδη μια σοβαρή ασθένεια, οι σπουδές του και ένα διαζύγιο. Ήρθε πλέον ο καιρός για ένα μυθιστόρημα.
Το πρώτο του έργο «Ο ευτυχισμένος θάνατος» δεν θα δημοσιευτεί ποτέ εν ζωή. Χρησιμεύει πιο πολύ ως εφαλτήριο για το επόμενο μυθιστόρημά του, «Ο ξένος». Αυτό θα τον εκτοξεύσει μονοκονδυλιάς στους ελιτικούς , λογοτεχνικούς κύκλους του Παρισιού.

Φιλονικεί συνέχεια με το πνευματικό του alter -ego- Jean-Paul Sartre για τον κομμουνισμό και καπνίζει με την Simone de Beauvoir τσιγάρα στο περιβόητο Café de Flore. Το 1957 του απονέμεται το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας . Συγκαταλέγεται πλέον στην creme de la crème της λογοτεχνίας. Λίγα χρόνια αργότερα , στις 04.01.1960, θα υποκύψει στα τραύματα του από τροχαίο δυστύχημα. Δίπλα των συντριμμιών βρίσκουν ένα μη τελειωμένο Manuskript, ένα απόσπασμα αυτοβιογραφίας. Ήθελε να γράψει για τον εαυτό του. Για τη ζωή του. Να καταγράψει την παιδική του ηλικία και να αφιερώσει το έργο στη μητέρα του. Στο σημείωμα που βρέθηκε δίπλα του έγραψε : « Είμαι ανίκανος να γράψω ακόμα και με χίλιες λέξεις , αυτό που μπορούσε να πει εκείνη με μια της μόνο σιωπή».
Ο Jean-Paul Sartre, ο φιλόσοφος της μεγαλοαστικής τάξης, χαρακτήρισε κάποτε τον Camus ως «αλγερινό τσογλάνι». Ο Camus θα το εκλάμβανε αυτό σίγουρα ως κομπλιμέντο. .

(Το παραπάνω αποτελεί μετάφραση άρθρου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Zeit Campus» τεύχος 04/2014)

Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014

Η κουτσομπόλα γυναίκα



Η κουτσομπόλα γυναίκα

Τελικά η γυναίκα είναι από τη φύση της κουτσομπόλα; Υπάρχει καταρχήν αυτή η φυσική ιδιότητα ; Παρατηρείται και είναι γνώρισμα μόνο της γυναίκας ή μήπως και του αντρός; Η μήπως είναι μόνο σημείο των καιρών , δηλαδή κάποιο πολιτιστικό γνώρισμα που αφορά μόνο τις γυναίκες;

Την απάντηση την δίνει ο Ουμπέρτο Εκο. Το πολιτιστικό περιβάλλον καθορίζει τη φύση των ανθρώπων σε τέτοιο σημείο, που  να μην είμαστε πια σε θέση να το διακρίνουμε ακόμη κι όταν αποκρούομε ρατσιστικές γνώμες όσων αποδίδουν σε σταθερή φυσική ιδιότητα τη συμπεριφορά κάποιου , δηλαδή όταν κάνουν φυλετικές διακρίσεις.

Η τελευταία οικουμενική Σύνοδος τελείωσε χωρίς να παραχωρήσει στις γυναίκες την ιερατεία, λόγω του φόβου να εμπιστευτεί τη διακονία της εξομολόγησης στις γυναίκες διότι «όπως ξέρουμε είναι κουτσομπόλες και δε θα καταφέρουν να διαφυλάξουν το μυστικό της εξομολόγησης»

Ρατσισμός θα πούνε οι περισσότεροι αφού κατά τη γνώμη τους δεν υπάρχει φυσικό , ήτοι φυλετικό χαρακτηριστικό σαν γενικευμένο, σταθερό αιώνιο. Όμως το πρόβλημα δεν είναι να αρνιόμαστε ένα δεδομένο φαινομενικά φυσικό χαρακτηριστικό αλλά να το αναγάγουμε στην πολιτιστική του μήτρα.

Και φυσικά και είναι αλήθεια ότι οι γυναίκες κλίνουν προς αυτό που χαρακτηρίζουμε «κουτσομπολιό» ακόμα και εις βαρος της εχεμύθειας. Ως κουτσομπολιό μπορεί να ορισθεί ένα μεγάλο ενδιαφέρον για τις ιδιωτικές υποθέσεις των άλλων με μια τάση διάδοσης των πληροφοριών συνοδεύοντας τες με μια προσωπική αξιολόγηση.
Η ανάγκη όμως της γνώσης των πράξεων των όμοιων μας και η συζήτηση γύρω από αυτές είναι χαρακτηριστικό του ανθρώπου ως κοινωνικού όντος. Ο άνθρωπος που δεν ενδιαφέρεται για όσα συμβαίνουν στους άλλους και δε νιώθει την ανάγκη να τα κρίνει δημόσια είναι άρρωστος.

Μόνο που εξαιτίας της εκπαίδευσης και της αιώνιας διαίρεσης των καθηκόντων μεταξύ των φύλων, στον άντρα ανατίθεται η διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων και στη γυναίκα ανατίθεται η διαχείριση των ιδιωτικών υποθέσεων, δηλαδή της οικογενείας. Τα δημόσια πράγμα εκτείνονται σε αχτίδα πόλης, κράτους ενώ η οικογένεια έχει αχτίνα δράσης που ενδιαφέρει μόνο την πολυκατοικία, τη συνοικία το χωριό.
Ενώ λοιπόν όταν ο άντρας «κουτσομπολεύει» συνέχεια για τα δημόσια πράγματα, δηλαδή για την πολιτική και διοικητική μηχανή και ενδιαφέρεται πάντα γι αυτό που κάνουν δημοσίως οι άλλοι, τα διαδίδει και τα κρίνει, θεωρείται γι αυτό δραστήριος και θαρραλέος. Με άλλα λόγια σε δημόσιο επίπεδο το κουτσομπολιό είναι αρετή.
Η καταπιεστική κατάσταση στην οποία βρέθηκε η γυναίκα επί χιλιετηρίδες την ανάγκασε να ταυτίσει τη σφαίρα του ιδιωτικού με τη μοναδική σφαίρα του δημοσίου στην οποία μπορούσε να δράσει. Επειδή κάθε υγιής άνθρωπος κάνει κουτσομπολιό για να υπακούσει στο ένστιχτο κριτικής και κοινωνικής γνώσης, η γυναίκα αναγκαστικά έκανε κουτσομπολιό στο μοναδικό χώρο που της ήταν ελεύθερος από την κυριαρχία του αντρος. Δηλαδή στο χώρο της πολυκατοικίας, της συνοικίας, του χωριού.
Το κουτσομπολιό που κάνουν οι γυναίκες σε στυλ κυρά Κατίνας, δεν είναι τίποτε άλλο από κριτική των άλλων γυναικών για το πώς διαχειρίζονται τα ιδιωτικά του πράγματα, τις ιδιωτικές τους υποθέσεις.
Το κουτσομπολιό της καθορίζει τα όρια της κοινωνικότητας της μέσα στα οποία η γυναίκα είναι υποχρεωμένη να ζει.

Τώρα , θα πει κάποιος ότι τα πράγματα έχουν εξελιχτεί, η διάκριση των ρόλων βάσει του φύλου δεν είναι πλέον τόσο ευκρινής κλπ. Άρα στη ημερών εποχή δεν μπορεί να ισχύουν τα παραπάνω. Η απάντηση είναι ότι μπορούν και παραμπορούν. Διότι ο επί χιλιάδες χρόνια καθορισμός των ρόλων, καθηκόντων και δικαιωμάτων μεταξύ των φύλων δεν μπορεί να καταλυθεί σε μόλις μια γενιά ας πούμε. Η διάκριση και η συνακόλουθη φύση λειτουργούν ακόμη αταβιστικά. Γι αυτό και έχουμε δικηγορίνες φερ ειπείν, που το πρωί είναι πέρα για πέρα χειραφετημένες, δραστήριες, ψυχροί και ικανοί επαγγελματίες , αλλά το βράδυ ρωτάνε να μάθουν για τη γειτόνισσα από την άλλη γειτόνισσα.

Η φύση του ανθρώπου αλλάζει μόνο αλλάζοντας τις πολιτιστικές συνθήκες. Και η γυναίκα δεν θα μπορέσει ποτέ να γίνει ιερέας όσο θα τη θέλουμε μόνο άγγελο της οικογενειακής εστίας.


Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Η ελευθερία είναι ουτοπία

Ελευθερία και Ηθική


Ποιός μπορεί να δώσει έναν ορισμό που να περιχαρακώνει τον πυρήνα της; Είναι η δυνατότητα της ανεμπόδιστης επιδίωξης των επιθυμιών μας;


Είναι η δυνατότητα να επιδιώκουμε τους στόχους που θέτουμε κάθε φορά; Ή μήπως, αποφατικά οριζόμενη, είναι η έλλειψη οποιουδήποτε περιορισμού στις επιλογές μας;


Ένας παντοδύναμος αυτοκράτορας, που στέκεται στην κορυφή της εξουσίας και δεν λογοδοτεί πουθενά, είναι ελεύθερος;


Η μήπως η ελευθερία είναι κάτι το εσωτερικό, κάτι που απαντάται μόνο στα όνειρά; Ανάλογα με τα όνειρα, θα έλεγε κανείς, δηλαδή ανάλογα με το ασυνείδητο του καθενός.


Μήπως τελικά είναι μόνο ένα ιδανικό; Μια ιδανική κατάσταση ή ένας ορίζοντας που συμβολίζει το άφταστο και όσο τον προσεγγίζουμε τόσο απομακρύνεται; Ίσως μια μακρινή ανάμνηση καταχωνιασμένη στα άδυτα του μυαλού και δεν μπορούμε να την ανασύρουμε επειδή δεν ξέρουμε πού ακριβώς βρίσκεται.


Ελευθερία θα έλεγε κανείς δεν υπάρχει. Είναι έννοια αντίθετη με τη φύση του ανθρώπου. Απ’ τη στιγμή που αναγνωρίζεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη, απ' τη στιγμή που αποκτάς συνείδηση της μοναδικότητας σου, χάνεται και η όποια αίσθηση ελευθερίας.


Η ελευθερία είναι αίσθηση. Καθαρά υποκειμενική. Ο,τι είναι για σένα ελευθέρια, είναι για μένα σκλαβιά μεγάλη. Δεν υπάρχει έξω από εμάς. Αυτό λέει τουλάχιστον η λογική και το εργαλείο της, η αιτιοκρατία. Ιδού το γιατί.


Ελευθερία να κάνουμε τις επιλογές μόνοι μας και να τις πραγματοποιούμε ανεμπόδιστοι. Να ενεργούμε δηλαδή καθαρά από προσωπικά κίνητρα και προτιμήσεις. Να μην μας εξαναγκάζει τίποτα και κανένας. Ωραία. Κι αυτές οι προτιμήσεις και οι επιλογές που κάνουμε είναι στα αλήθεια δικές μας; Πώς δημιουργούνται δηλαδή αν όχι από το χαρακτήρα μας; Αλλά ο χαρακτήρας μας πως δημιουργείται; Είναι καθαρά δικό μας κτήμα που διαμορφώθηκε βάσει ελεύθερων επιδράσεων και εσωτερικών διεργασιών;


Μάλλον όχι. Ο χαρακτήρας είναι το σημείο τομής του γονότυπου και του φαινοτύπου, δηλαδή των κληρονομικών και των επίκτητων στοιχείων. Τα κληρονομικά στοιχεία δεν μπορούμε να τα επιλέξουμε εμείς. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Μας δίνονται από τη φύση, από τους γονείς μας από τους παππούδες μας. Σ' αυτό το σκέλος δεν υπάρχει καμία απολύτως ελευθερία. Κατά το ήμισυ ήδη ο χαρακτήρας δεν είναι δικός μας.


Άρα μένει να εξετάσουμε τα επίκτητα στοιχεία, αυτά δηλαδή που συνδιαμορφώνουν τον χαρακτήρα μας και αποκτώνται στο διάβα της ζωής μας.


Όμως, το ποιά θα είναι αυτά τα στοιχεία που θα "επιλέξουμε", ποια θα επιδράσουν πάνω μας και ποια θα μας αφήσουν παγερά αδιάφορους, γίνεται πάνω στη βάση ενός προϋπάρχοντος καμβά που δεν δημιουργήθηκε από μας. Δεν ξεπετιούνται δηλαδή οι επιλογές μας από το τίποτα. Κάνουμε επιλογές πάνω σε επιδράσεις του εξωτερικού. Η επίδραση που έχει όμως ένα χ ερέθισμα σε μένα και θα το «επιλέξω», θα δώσω δηλαδή σ' αυτό μια σημασία, θα το νοηματοδοτήσω με μια βαρύτητα, δεν έχει την ίδια απήχηση σε σένα. Και γι αυτό θα αδιαφορήσεις εσύ ίσως. Γιατί; Μα γιατί σε μένα υπάρχουν άλλοι υποδοχείς ερεθισμάτων, άλλα «κουμπιά» πάνω στα οποία θα έρθει να δέσει το ερέθισμα. Αυτά τα «κουμπιά» δεν τα επέλεξα εγώ. Διαμορφώθηκαν από τη βρεφικό, εμβρυακό, από το οικογενειακό περιβάλλον σε πολύ πρώιμη ηλικία. Δηλαδή σε υπαρξιακό χρόνο μου που δεν θα μπορούσα να έχω καν Λόγο.


Τούτων δοθέντων καθίσταται δύσκολο το εγχείρημα ορισμού της ελευθερίας.

Μπορεί όταν σηκώνομαι το βράδυ από τον ύπνο για να σβήσω τη δίψα μου να έχω στο ψυγείο χυμό και νερό. Και να είμαι ελεύθερος να διαλέξω ένα από τα δυο. Η επιλογή μου όμως αυτή είναι ελεύθερη;

Κατά τους επιστήμονες δεν είναι. Η επιλογή μου αν θα πιω πχ. χυμό εδράζεται σε λειτουργίες του εγκεφάλου που ενεργούν εκείνη ακριβώς τη στιγμή της επιλογής και ενεργοποιούν διάφορα τμήμα του εγκεφάλου. Φυσικά όλα αυτά ασυνείδητα και σε χρόνο μη συνειδητό. Μπορεί πχ. στη θέα του χυμού να ενεργοποιηθεί μια ανάμνηση όπου ήπια χυμό και ένιωσα καλά. Για αυτό και τώρα θα προτιμήσω τον χυμό έναντι του νερού. Ασυνείδητα ο εγκέφαλος θέλει να επαναλάβει το ευχάριστο συναίσθημα που καταχωνιάστηκε στη μνήμη μου. Όμως τούτο σημαίνει ότι η επιλογή μου δεν ήταν τελικά ελεύθερη stricto sensu, αλλά υποδείχτηκε από εξωτερικούς παράγοντες (από μια ανάμνηση).

Η ίδια συλλογιστική διατρέχει και τη σκέψη πολλών φιλοσόφων , κυρίως του Καντ που προσπαθώντας να απαντήσει στο θεμελιώδες ερώτημα πότε είμαστε ηθικοί, ασχολήθηκε επισταμένως με την έννοια της ελευθερίας ως προϋπόθεση των ηθικών μας πράξεων.


Σύμφωνα με τον Καντ, για να είμαστε ηθικοί, θα πρέπει πρώτα να είμαστε πραγματικά ελεύθεροι.
Περπατάμε φερ’ ειπείν στο δρόμο μαζί με την κοπέλα μας και ο προπορευόμενος χάνει από τη τσέπη του ένα χαρτονόμισμα. Το βλέπω, και του φωνάζω να του το δώσω πίσω, αντί να το βάλω στην τσέπη μου. Αυτή η πράξη, κατά τον Καντ, δεν είναι μια ηθική πράξη αν ειδοποίησα τον μπροστινό μου έχοντας ως (συν-) κίνητρο να εντυπωσιάσω την κοπέλα μου. Μπορεί να είναι μια αξιέπαινη πράξη, ηθική όμως δεν είναι. Το ίδιο ισχύει και αν σε ένα αυτοκινητιστικό δεν εγκαταλείψω στον τόπο του ατυχήματος τον τραυματία αλλά σταματήσω για να τον βοηθήσω, έχοντας υπόψη μου ότι η εγκατάλειψη του θύματος τιμωρείται ποινικά.
Βλέπουμε σε αυτά τα δυο απλά παραδείγματα ότι και στις δυο περιπτώσεις τα κίνητρα μου ήταν (κύρια ή επικουρικά, αδιάφορα) εξωτερικά. Δηλαδή ετερόνομα κι όχι αυτόνομα. Δεν επέλεξα στην πραγματικότητα εγώ ο ίδιος. Την μια επέλεξα για να εντυπωσιάσω την κοπέλα μου, την άλλη για να αποφύγω τη φυλακή. Επίσης και στο πρώτο παράδειγμα (της δίψας) η επιλογή μου βασίστηκε σε ετερόνομη αιτία, στη δίψα μου.

Κατά τον Καντ ελεύθεροι δεν είμαστε σε αυτές τις περιπτώσεις. Οτιδήποτε δεν ριζώνει σε αυτόνομη επιλογή είναι ετερόνομο και μας στερεί την ελευθερία. Κατά συνέπεια, σε αυτές τις περιπτώσεις δεν μπορούμε να είμαστε ούτε και ηθικοί, αφού η ηθική θέτει ως προϋπόθεση την ελευθερία.


Όμως πότε τελικά είμαστε ελεύθεροι κατά τον Καντ για να μπορέσουμε να είμαστε και ηθικοί;
Όταν διαφοροποιούμαστε από τον φυσικό κόσμο, λέει ο Καντ, όταν αφήνουμε απ’ έξω τις ορμήσεις, τις επιθυμίες τις φοβίες μας (που έχουν εξάλλου και τα ζώα) και πράττουμε καθαρά βάσει αυτού που μόνο το δικό μας είδος το χαρακτηρίζει: Του Λόγου.
Μόνο όταν ενεργούμε από καθαρό Λόγο, είμαστε ελεύθεροι και μπορούμε να γίνουμε ηθικοί.

Και πώς νομοθετεί ο Λόγος;
Κατά τον Καντ, με την «κατηγορική προστακτική».
Θέτοντας δηλαδή έναν νόμο στον εαυτό μας απαρέγκλιτο, χωρίς προϋποθέσεις, όρους και αιρέσεις, εφαρμοζόμενο καθολικά έχοντας τον άνθρωπο καθ’ εαυτόν ως στόχο και ποτέ ως στόχο για επιδίωξη άλλων σκοπών.
Η κατηγορική προστακτική δυσκολεύει.
Αντιδιαστέλλεται από την υποθετική προστακτική. Αυτή λέει «κάνε το Χ αν θες να πετύχεις το Ψ». «Βοήθησε τον Α επειδή έκανε το Β»
Όχι , λέει ο Καντ. Η κατηγορική προστακτική πρέπει να είναι απόλυτη.
Απαιτεί ο αυτόνομος νόμος να εφαρμόζεται σε όλους τους ανθρώπους ανεξαιρέτως που τους θέλει ως στόχους των πράξεων μας καθ’ εαυτούς. Και θα πρέπει να γίνουν στόχοι όχι επειδή είμαστε φιλάνθρωποι, συμπονετικοί, κοινωνικοί, ευαίσθητοί, αλλά επειδή ο άνθρωπος καθ’ εαυτός έχει αξιοπρέπεια. Είναι το μόνο ον που του δόθηκε η ικανότητα του Λόγου. Γι αυτό και έχει εγγενώς αξιοπρέπεια. Για αυτό και πρέπει να τεθεί ως στόχος των πράξεων μας για να είναι αυτές ηθικές.

Κατά τον Καντ και ένας μισάνθρωπος μπορεί να είναι ηθικός. Αντιθέτως πολλοί φιλάνθρωποι τη σήμερον μάλλον δεν θα περνούσαν το τεστ ηθικότητας του.

Στο πρόσωπό του ο κάθε άνθρωπος πρέπει να αναγνωρίζει όλη την ανθρωπότητα. Και να ενεργεί έχοντας αυτήν ως στόχο.

Η ηθική προϋποθέτει ελευθερία. Η ελευθερία βασίζεται μόνο στον Λόγο. Και ο Λόγος/αυτόνομος κανόνας επιβάλλει ο άνθρωπος να είναι το κέντρο, ο σκοπός των πράξεων μας γιατί έχει εγγενή αξιοπρέπεια. Ποτέ το μέσο.

Μόνο τότε μπορούμε να μιλάμε για ηθικότητα και ελευθερία.

Από την παραπάνω συλλογιστική του Καντ για την ηθική και τις απαιτήσεις που θέτει καταδεικνύεται ότι κάθε άλλο παρα εύκολη είναι εφαρμογή της στην πράξη. Πόσοι είναι οι άνθρωποι δεν ενεργούν έστω και για ένα προσωπικό όφελος. Ο καλύτερος Χριστιανός παραδείγματος χάριν, ενεργεί για να εξασφαλίσει μια θέση στον παράδεισο. Κατά τον Καντ δεν είναι ηθικός.
Ίσως τελικά το να γίνει κανείς πραγματικά ηθικός είναι μια ουτοπία. Ίσως το ξέρει ο άνθρωπος αυτό και κάνει ότι μπορεί. Όπως μπορεί. Κυνηγά ένα ιδανικό που δεν θα μπορέσει ποτέ να κατακτήσει.

Γι' αυτό και θα είναι πάντα τραγικός στην προσπάθειά του να γίνει ηθικός.
Γι' αυτό και το κυνήγι της ελευθερίας θα είναι πάντα τόσο γοητευτικό.
Θα είναι ένας απέραντος ορίζοντας που θα οριοθετεί πάντα το άφταστο.




Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013





Ραφαηλίδης κατα Σαββόπουλου Reloaded.....περί πουριτανισμού ο λόγος!

Ειμαι σιγουρς οτι,  ο κομιλφω Σαββοπουλος , aka κλουζο των μικροαστικων αξιων και ηθων, θα θυμαται ακομα το παλουκι που ειχε φαει εκεινο το βραδυ απο τον Τιτανα Βασιλη Ραφαηλιδη.

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Σύνοψη της «Φαινομενολογίας του Πνεύματος» του Χέγκελ.





Φεβρουάριος 1790.  Στο ευαγγελικό Πανεπιστήμιο  του Τύμπιγκεν Γερμανίας συγκατοικούν στην ίδια φοιτητική εστία τρεις ασυνήθιστοι φοιτητές: Γκέοργκ Βίλχελμ Φρήντριχ Χέγκελ, Φρήντριχ Βίλχελμ Γιόζεφ φον Σέλλινγκ, και Φρήντριχ Χοελντερλίνγκ.  Έκαστος θα αναγνωριστεί αργότερα ως  κορυφή της  ευρωπαϊκής διανόησης και της παγκόσμιας φιλοσοφίας.

Οι τρεις φίλοι συζητάνε ένθερμα μεταξύ τους για επίκαιρα θέματα της εποχής τους όπως η γαλλική επανάσταση και προπάντων για τη  φιλοσοφία του Καντ από την οποία περιμένουν να λειτουργήσει ως σπίθα μιας πνευματικής επανάστασης στην Γερμανία ενάντια των κρατουσών θρησκειολογικών αντιλήψεων της εποχής και την πανίσχυρη θέση της εκκλησίας.
Στην ανατροπή αυτών των αντιλήψεων προσανατολίζεται πρωτίστως ο Χέγκελ που αυτοπροσδιορίζεται ακόμα ως θεολόγος κι όχι ως φιλόσοφος. Κύριο μέλημα του είναι να μετατρέψει την αποστειρωμένη χριστιανική διδασκαλία που κοινωνείται δια της εκκλησίας,  σε μια νέα διδασκαλία περί ελευθερίας σύμφωνα με το πνεύμα του άρτι ανακαλυφθέντος διαφωτισμού. Σκοπός του είναι να παρακάμψει τον αρτιοσκληρωμένο θεσμό και τις αντιλήψεις της εκκλησίας και να τον φέρει στα μέτρα του διαφωτισμού. Υπό αυτήν την πρόθεση, ο Χέγκελ  διατυπώνει ένα κοινό και για τους τρεις φίλους  του, όραμα: « Ελθέτω η Βασιλεία του Κυρίου  αλλά τα χέρια μας δεν θα μείνουν σταυρωμένα. Η Ελευθερία και ο Λόγος είναι ο δικός μας κλήρος και το ενωτικό μας σημείο είναι η αόρατη εκκλησία».
Στην πραγματικότητα όμως ωθούσε κάτι βαθύτερο τον Χέγκελ. Κάτι πιο θεμελιώδες: Ήθελε να κατανοήσει την Καινή Διαθήκη και ειδικά το μεγαλύτερο μυστήριο που αυτή περικλείει:  Αυτό την Αγίας Τριάδας. Η αναζήτηση επίλυσης αυτού του μυστηρίου,  έμελλε να τον ακολουθήσει για την υπόλοιπη ζωή του . Ακριβώς αυτή η προσπάθεια , αυτή η αναζήτηση θα τον μετέτρεπε συνάμα με τα χρόνια σε φιλόσοφο. Και μάλιστα σε συστημικό φιλόσοφο. Με τη βοήθεια της φιλοσοφίας θα επιχειρίσει να μετατρέψει  τις εικόνες και τις παραβολές της Καινής Διαθήκης σε ορισμούς. Σε έννοιες. Σε φιλοσοφικά αξιώματα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η φιλοσοφία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η συνειδητή Θρησκεία. Και τα δυο αναζητούν, από διαφορετικό δρόμο το καθένα , το ίδιο πράγμα: το Θεό.
Καθοδόν αυτής της αναζήτησης, θα δημιουργηθεί ένα από τα μεγαλύτερα φιλοσοφικά έργα της παγκόσμιας διανόησης, η « Φαινομενολογία του Πνεύματος».   Ο Χέγκελ τελειοποιεί μ αυτό το έργο το γερμανικό ιδεαλισμό, ενός φιλοσοφικού ρεύματος του ύστερου 18αι αιώνα.  Ο Χέγκελ προλογίζει για τον τίτλο του έργου, οτι πρόκειται για την επιστήμη της συνείδησης που αποκαλύπτεται. (Wissenschaft vom  erscheinenden Bewusstsein). Ο τίτλος εμπεριέχει στον πυρήνα του,  όλη τη φιλοσοφία του Χέγκελ.

Σημείο εκκίνησης του έργου είναι η παρατήρηση ότι η φύση παρουσιάζει μια δομή που ομοιάζει μ 'αυτήν της Αγίας Τριάδας στην Καινή Διαθήκη. Έτσι όπως ο Θεός είναι Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα σ' ένα, έτσι είναι παραδείγματος  χάριν και ένα φυτό. Στην αρχή είναι σπόρος, στη συνέχεια άνθος και τέλος καρπός. Παρουσιάζεται το φυτό σε διαφορετικές μορφές ενώ όλες είναι μαζί ταυτόχρονα στοιχεία και κομμάτια του ίδιου του φυτού. Ο σπόρος  αναιρείται από το άνθος ενώ περιέχεται σ' αυτόν και εν συνεχεία ο καρπός αναιρεί το άνθος περιέχοντας το όμως και ανυψώνοντας το ταυτόχρονα σ ένα άλλο επίπεδο, σ ένα ανώτερο.   Όλα τα κομμάτια της διαδικασίας είναι αφ’ εαυτά μόνο στιγμιότυπα μιας διαδικασίας. Και η διαδικασία στην ολότητα της, δηλαδή από τον σπόρο, στο άνθος έως τον καρπό, είναι στην πραγματικότητα το πραγματικό φυτό, η οργανική μονάδα. Η διαδικασία, το προτσές που διανύει το φυτό ως ύπαρξη, είναι το πραγματικό φυτό. Όχι τα επιμέρους στάδια εξέλιξης του. Μόνο το όλον είναι το πραγματικό.Η διαδικασία είναι το αληθές.
Αυτή η δυναμική στην οποία το «γίγνεσθαι» και οι «εναλλαγές εν τω χρόνω» δεν είναι παρά στιγμιότυπα μιας όλης διαδικασίας η οποία στην ολότητα της μόνο είναι το μοναδικό αληθινό, χαρακτηρίζει κατά τον Χέγκελ όλη την πραγματικότητα.
Τα πάντα ρέουν, βρίσκονται σε συνεχή κίνηση για να φτάσουν στην αντίθεση τους κι εν συνεχεία να επιστρέψουν και πάλι στην προτέρα τους κατάσταση , αυτή τη φορά όμως, σε άλλο επίπεδο. Ακριβώς όπως ο καρπός του φυτού, ο οποίος εμπεριέχει μέσα του τον ανθό και το σπόρο απ' όπου προήλθε , έτσι και τώρα ο ίδιος ο καρπός φέρει πλέον το σπόρο για το επόμενο προτσές (σπόρος-άνθος-καρπός).
Το ίδιο ισχύει κατά τον Χέγκελ και για τον άνθρωπο. Στην αρχή ως παιδί, μετά ως ενήλικας και τέλος ως υπερήλικας. Κάθε στάδιο της διαδικασίας, εξέλιξης, αναιρεί το προηγούμενο στάδιο ενώ παράλληλα το εμπεριέχει. Έτσι ο γέρος εμπεριέχει μέσα του τόσο τον ενήλικα όσο και το βρέφος. Το όλο προτσές, από τη γέννηση έως το θάνατο, είναι ο πραγματικός άνθρωπος, αφού τα επιμέρους στάδια της ανθρώπινης ύπαρξης δεν είναι παρά κομμάτια ενός όλου. Του μόνου πραγματικού. Ο άνθρωπος κατά τον Χέγκελ είναι όλη η διαδικασία. Από τη γέννησή του ως το θάνατο.

Αυτή η τρισδικότητα, ο  κύκλος,  όπως την ονομάζει,  είναι η δομή όλης της ζώσας φύσης. Τα πάντα στη φύση μετατρέπονται στο αντίθετό τους, και επιστρέφουν με τη σειρά τους σε υψηλότερο επίπεδο εκεί απ' όπου ξεκίνησαν για να τεθεί σε λειτουργία εκ νέου το ίδιο προτσές. Αυτή τη φορά όμως με διαφορετικό αφετηριακό επίπεδο ύψους.  Όπως σ ένα σπιράλ.

Για να κατανοηθεί με επάρκεια αυτή η δυναμική της φύσης θα πρέπει σύμφωνα με τον Χέγκελ να προσαρμοστεί και να γίνει πιο ευμετάβλητη η ανθρώπινη σκέψη. Προς τούτο χρησιμοποιεί τη διαλεκτική σκέψη (Θέση-αντίθεση-σύνθεση). 

Η σκέψη αυτή φέρει κάτι το πρωτοποριακό και ανατρεπτικό εκείνη την εποχή,  αφού προσκρούει και ακυρώνει τρόπον τινά ένα θεμελιώδες αξίωμα της λογικής, αυτό της αντίθεσης, της αντίφασης. Σύμφωνα με τη νέα σκέψη, η αντίφαση δεν είναι σύμπτωμα λανθασμένου τρόπου σκέψης, όπως υποστηριζόταν έως τότε ή όπως ισχύει στις θετικές επιστήμες, αλλά είναι στιγμιότυπο του αληθινού και συνεπώς μέρος, κομμάτι του όλου, μέρος του πραγματικού.

Έτσι, στο έργο του Χέγκελ δεν «διαπιστώνεται» κάτι ως σωστό ή λάθος. Δεν υπάρχει ένα στέρεο και ακλόνητο αξίωμα που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως στήριγμα στον ίλιγγο της σκέψης. Στη σκέψη του Χέγκελ τα πάντα βρίσκονται σε κίνηση. Σε μια κίνηση που έχει τη δομή και την φορά κίνησης της «θέσης-αντίθεσης-σύνθεσης» .
Αυτός ο τρόπος σκέψης είναι σύμφωνα με τον Χέγκελ ο μόνος αληθινός τρόπος σκέψης. Μόνο έτσι ο άνθρωπος θα μπορέσει να κατανοήσει τον τρόπο λειτουργίας της φύσης. Μόνο με έναν ρευστό τρόπο σκέψης ο άνθρωπος θα μπορέσει να έρθει πιο κοντά στο Αληθινό, στο Θεό.

Ο Χέγκελ επεκτείνει τη σκέψη του:
Αν η πραγματικότητα και η έκφρασή της ως σκέψη ταυτίζονται, τότε δεν μπορεί παρά και τα δυο να είναι το ένα και το αυτό, δηλαδή το ίδιο. Δηλαδή τόσο η φύση, όσο και η σκέψη να είναι  Λόγος  (Vernunft).
Η σκέψη για τη φύση, δεν προκύπτει έξωθεν, αλλά από την ίδια τη φύση. Κι εδώ είναι ο πυρήνας της χεγκελιανής σκέψης: Η ίδια η φύση είναι ο Λόγος. Η ίδια η φύση είναι πνεύμα. Ο άνθρωπος μ' αυτά που πράττει και σκέφτεται (επιστήμες, φιλοσοφία), δεν κάνει τίποτα άλλο από το να αποκαλύπτει το Λόγο της φύσης. Ο άνθρωπος συνειδητοποιεί το Λόγο.  Η φύση αποκτά τη συνείδηση του εαυτού της.

Με τη βοήθεια αυτής της σκέψης, ότι η φύση είναι Λόγος, άρα  πνεύμα και η σκέψη είναι ταυτόσημη με τη φύση, αφού είναι η φύση , ο Χέγκελ επανέρχεται διαλεκτικά στον αφετηριακό του προβληματισμό για να εξηγήσει τώρα από ανώτερη διαλεκτική θέση την Τριαδικότητα:

Στον Χριστιανισμό ο Θεός είναι πνεύμα. απόλυτο, αφαιρετικό , μια  δύναμη απεριόριστη, γενική και παντοτινή.
Εν συνεχεία μετατρέπεται ως Υιός σε αντικείμενο , σε ύλη, σε κάτι δηλ. διαφορετικό από το ίδιο,  ενώ ταυτόχρονα όμως είναι ο ίδιος, αφού τον περιέχει κι έτσι αναγνωρίζει το πνευμα  στον Υιό δηλ. στην ύλη. Αυτή η αναγνώριση του Εαυτού του στον Υιό (πνεύμα αναγνωρίζει εαυτόν μέσα στην ύλη),  είναι το Άγιο Πνεύμα.

Ο Χέγκελ χρησιμοποίησε τη σκέψη αυτή που καταγράφηκε στη «Φαινομενολογία του Πνεύματος» για να γράψει το τρίτο και τελειότερο έργο του: «Η εγκυκλοπαίδεια των φιλοσοφικών επιστήμων»

Σ’ αυτό το έργο ο Χέγκελ μετατρέπει και μετουσιώνει αυτά που έγραψε στη «Φαινομενολογία του Πνεύματος» μαζί με  τους στοχασμούς του από το δεύτερο έργο του «Η επιστήμη της λογικής»,  σε μια νέα κοσμοθεωρία δημιουργώντας  ένα νέο φιλοσοφικό σύστημα.
Εκεί αναφέρει:
Ο κόσμος είναι πνεύμα, όπως είχε διατυπώσει στο πρώτο του έργο. Το ίδιο το πνεύμα βρίσκεται εν μέσω ενός διαλεκτικού προτσές. Από το απόλυτο πνεύμα που είναι , μετατρέπεται σε «αντίθεση» ήτοι στην ύλη. Όλη η ύλη στην οποία μετουσιώθηκε το Πνεύμα είναι η ιστορία του υπαρχτού κόσμου.
Σύμφωνα με τον Χέγκελ, η ιστορία του κόσμου είναι η ιστορία της διαλεκτικής αποκάλυψης του απόλυτου πνεύματος. Η έκφραση γίνεται στην ύλη. Και η ύλη, δηλ ο κόσμος , προχωρά σε διαλεκτικές ενότητες (θέση-αντίθεση-σύνθεση). Από την πιο μικρή έως την πιο μεγάλη διαλεκτική ενότητα. Από τον άνθρωπο, στα κράτη , στον κόσμο όλο.

Πρώτο επίπεδο της διαλεκτικής σχέσης είναι η «θέση» που είναι το απόλυτο πνεύμα. Στο δεύτερο επίπεδο το πνεύμα μετατρέπεται στο διαλεκτικό του δίπολο  στην «αντίθεση» που είναι η ύλη. Ο Λόγος γίνεται ύλη. Με την εμφάνιση του ανθρώπου στην ιστορία του κόσμου, πραγματοποιείται το τρίτο διαλεκτικό στάδιο.: «η σύνθεση». Εδώ η φύση αποκτά συνείδηση του εαυτού της, δηλαδή πνεύμα. Και το πνεύμα αναγνωρίζει, βλέπει κατάματα τον εαυτό του, το παγκόσμιο πνεύμα.

Η ιστορία του κόσμου δεν είναι σύμφωνα με το Χέγκελ αποτέλεσμα δράσης των ανθρώπων (Βασιλάδων, Τυράνων και Πολιτικών), αλλά του ίδιου του Πνεύματος που εκφράζεται απλώς στην ύλη. Το πνεύμα μετέρχεται απλώς  των ανθρώπων για να εκδηλωθεί, να ξεδιπλωθεί, για να ακολουθήσει το δικό του σκοπό. Τον σκοπό όμως ο άνθρωπος δεν μπορεί να το δει. Δεν αποκαλύπτεται στον άνθρωπο.
Από τα παραπάνω ο Χέγκελ καταλήγει στο εξής συμπέρασμα:
Αφού το Πνεύμα είναι Λόγος, και ο κόσμος δεν είναι τίποτε άλλο από την διαλεκτική έκφραση του πνεύματος, θα πρέπει συνεπώς και ο ίδιος ο κόσμος , και συγκεκριμένα η ιστορία του κόσμου , να είναι Λόγος, λογική. Γιατί αν το Πνευμα ειναι Λόγος, πρέπει και η έκφραή του να είναι Λόγος.

Αυτή η αναγνώριση του Λόγου  σ’ όλη την ιστορία του κόσμου, ξενίζει σε πρώτη ανάγνωση. Προκαλεί αποτροπιασμό αν σκεφτεί κανείς το πόσο αιματοβαμμένη είναι η ιστορία του κόσμου. Προκαλεί φρίκη όταν σκεφτεί κανείς τα φρικώδη του Άουσβιτς και του τρίτου Ράιχ που έγιναν στο διάβα της ιστορίας. Είναι δυνατόν να είναι όλα αυτά Λόγος όπως λέει ο Χέγκελ;
Την ερώτηση αυτή , του την έκαναν μετά θάνατον. Η απάντηση του θα ήταν μάλλον η εξής: "Ναι , όλα  ήταν Λόγος Ακόμη κι αυτά τα φρικώδη που έγιναν στο Αουσβιτς ήταν Λόγος. ΑΛΛΑ, Λόγος , μόνο σε διαλεκτική σχέση με το όλον, με το απόλυτο Πνεύμα. Λόγος επειδή δεν μπορούμε να κατανοήσουμε ακόμα το μεγάλο σχέδιο, το μεγάλο σκοπό του Πνεύματος. ΟΧΙ από μόνα τους. Όχι σε σχέση με τον εαυτόν τους!"

Το τελευταίο μέσο στο οποίο αποκαλύπτεται το πνεύμα κατά τον Χέγκελ είναι ο χώρος της κουλτούρας. Στη τέχνη, στη θρησκεία, και κυρίως στη φιλοσοφία. Στη φιλοσοφία ιδιαιτέρως, δηλαδή στην ανώτερη σκέψη, το Πνεύμα αναγνωρίζει τον εαυτό του και το δρόμο που διήνυσε δια του υπαρκτού κόσμου, στην αρχή ως λογική, μετά ως φύση, εν συνεχεία ως ιστορία του ανθρώπου και τέλος ως φιλοσοφική σκέψη. Όλη αυτή η διαδικασία είναι το παγκόσμιο πνεύμα όπως ξεδιπλώθηκε στο διάβα της ιστορίας του κόσμου.

Άξιος συνεχιστής της σκέψης και κοσμοθεωρίας  του Χέγκελ υπήρξε ένας άλλος γερμανός διανοητής , ο μέγιστος Κάρλ Μάρξ. Ο Μάρξ ερμηνεύει την ιστορία του κόσμου ακριβώς με τη χεγκελιανή διαλεκτική δομή. Μόνο που ως  αφετηριακό σημείο των πάντων,  βγάζει το απόλυτο παγκόσμιο πνεύμα από τη «θέση» και τοποθετεί εκεί την ύλη ως αρχή των πάντων. Έτσι ο Μάρξ προτάσσει την «αντίθεση» του Χέγκελ  ως «Θεση» , δηλαδή δημιουργεί τον διαλεκτικό υλισμό ως παραλλαγή της Χεγκελιανής Φιλοσοφίας. Το 1989 «αναιρέθηκε» σύμφωνα με τη διαλεκτική διαδικασία τρόπον τινά, η «αντίθεση» του Μάρξ.

Ίσως να έφτασε πλέον ο καιρός για μια νέα «σύνθεση» . Από τη «θέση» του Χέγκελ και την «αντίθεση» του Μαρξ. Αναμένουμε!